Γραπτό Θείο Κύρηγμα – Κυριακή 2 Αυγούστου 2020 – Η’ Ματθαίου

«Και έφαγον πάντες καί εχορτάσθησαν»


Αγαπητοί αδελφοί! 

Το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων ακούσαμε προ ολίγου από το Ευαγγελικό ανάγνωσμα.  Ας δούμε τι προηγήθηκε του θαύματος αυτού. Μετά το θάνατο του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ο Χριστός αναχωρεί στην έρημο. Αναχωρεί στην έρημο, για να φυλάξει τον εαυτό Του για τον κατάλληλο καιρό του Σταυρού. Δεν είχε έλθει ακόμη η ώρα για το πάθος Του. Ό άλλος Ευαγγελιστής γράφει πως αναχώρησε στην έρημο για να δώσει την ευκαιρία στους μαθητές Του να ξεκουρασθούν (Μάρκ. 6,31). Ανεχώρησαν σε κάποια έρημο της πόλεως Βηθσαϊδά (Λουκ. 9,10). 
Τα αρνητικά δεδομένα είναι περισσότερα από τα θετικά στο θαύμα των πέντε άρτων.  Ο τόπος ήταν έρημος και δεν υπήρχε κάποια εστία ανεφοδιασμού για τον κόσμο. Ή ώρα ήταν περασμένη· «ή ώρα ήδη παρήλθεν» (Ματθ.Ί4,15), του είπαν οι μαθητές. Τα τρόφιμα, ήταν ελάχιστα. « Η μεν ημέρα κλίνειν ήρξατο, καθώς είπε ο Ευαγγελιστής Λουκάς· αυτοί δε παρέμεναν άσιτοι», δηλαδή η  ήμερα τελείωνε, αλλά αυτοί παρέμειναν άσιτοι, σημειώνει ό Ευθύμιος Ζιγαβηνός. Ο πολύς ο κόσμος είχε αιχμαλωτευθεί από τη διδασκαλία του Χριστού και κανείς δεν τολμούσε να Τον πλησιάσει και να Τον παρακαλέσει για φαγητό. Προσήλθαν όμως οι μαθητές και Του ζήτησαν να τελειώσει τη διδασκαλία, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να ψάξουν να βρουν κάτι να φάνε. Κατά την Αγία Γραφή «ου λιμοκτονήσει Κύριος ψυχήν δικαίαν» (Παροιμ. 10,3), δηλαδή ο Κύριος δεν θα αφήσει να πεθάνει από την πείνα η ψυχή πού είναι δίκαιη. 

Ό Χριστός είχε αποφασίσει να τους θρέψει με τον παράδοξο αυτό τρόπο, αλλά περίμενε να Του το ζητήσουν να μη φανεί πως κάνει θαύματα προς εντυπωσιασμό. Άφησε να πεινάσουν υπερβολικά, προκειμένου να λάβουν μεγαλύτερη αίσθηση του θαύματος. Πρίν κάνει το θαύμα προσευχήθηκε στον Πατέρα Του· «αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησεν» (Ματθ. 14,19). Εδώ βλέπουμε το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας, δηλαδή ό Χριστός ήταν τέλειος άνθρωπος, γι’ αυτό και προσεύχεται όπως κάνουν όλοι που έχουν την ανθρώπινη φύση. Μετά προσευχήθηκε στον Πατέρα Του», λέγει ό Ιερός Χρυσόστομος, για να δώσει να καταλάβουν όλοι πως δεν είναι αντίθεος, αλλά έχει την προέλευση Του από το Θεό «και ότι ίσος εστί», δηλαδή είναι ίσος με το Θεό Πατέρα. Ό Μωϋσής στην έρημο παρακάλεσε το Θεό κι έδωσε στους Ισραηλίτες το μάννα ανάλογα με την ανάγκη, πού είχαν, όπως κι ό Ηλίας έδωσε στη χήρα γυναίκα στα Σάρεπτα της Σιδώνας το λάδι και το αλεύρι μόνον για τον καιρό του λιμού, ενώ ό Κύριος πολλαπλα-σίασε τους πέντε άρτους χωρίς φειδώ, με αποτέλεσμα να έχουν περισσεύματα «δώδεκα κοφίνους πλήρεις» (Ματθ. 14,20).
Στους μαθητές του δίνει τους άρτους, για γα τους μοιράσουν στο πλήθος, για να θυμούνται μόνιμα και συνεχώς το θαύμα. Ακόμη τους δίνει τους άρτους, για να μη νομισθεί πως κατά φαντασία θαυματούργησε. Τα περισσεύματα είναι δείγματα ατράνταχτης αλήθειας. Το θαύμα των πέντε άρτων είναι σύμβολο και της θείας Ευχαριστίας. Ή θεία Ευχαριστία είναι ο ουράνιος άρτος των ανθρώπων. Ακόμη μπορεί οι άρτοι να συμβολίζουν και τα πολλά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Ό Κύριος τρέφει το λαό Του και την Εκκλησία Του με τον εαυτό Του. Ό Χριστός είναι ο ζωοποιός άρτος.

 

 Πολλοί διαβάζοντας το θαύμα των πέντε άρτων ίσως κάνουν σκέψεις πως ο Χριστός πρέπει να λύσει το κοινωνικό πρόβλημα των ανθρώπων πού συνδέεται με τις βιοποριστικές τους ανάγκες κατά τρόπο μαγικό. Κάπως έτσι πίστευαν και οι άνθρωποι της εποχής Του (Ίωάν. 6,26). Νόμιζαν πώς ο Χριστός θα έκανε κάθε μέρα το ίδιο θαύμα και θα τους απάλλασσε από την εργασία. Ό Χριστός δεν περιφρονεί τα υλικά αγαθά, αλλά τα ιεραρχεί. Πρώτα είναι η βρώση η μένουσα και μετά η πρόσκαιρη. Πρώτα βάζει την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου και μετά τα υλικά αγαθά. Ή αγχώδης μέριμνα κι η επίμονη προσπάθεια για την απόκτηση των αγαθών πού παρέρχονται, είναι ανώφελες για την ψυχοσωματική μας σωτηρία

 

Αγαπητοί αδελφοί,

Ή Εκκλησία ενδιαφέρεται το ίδιο για τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου, αλλά βάζει μια σειρά στις απαιτήσεις μας. Δεν πρέπει ποτέ να προηγούνται των πνευματικών ενδιαφερόντων μας τα υλικά. Πρώτα δίδαξε ο Χριστός τον όχλο και μετά τους έδωσε ψωμί να φάνε. Τον άνθρωπο οφείλει να τον διακατέχει ή αγωνία μήπως χάσει τον σύνδεσμό του με το Χριστό, που είναι ο ζωοποιός άρτος κι όχι η επιθυμία να αποκτήσει πολλά εφήμερα αγαθά.
Να θεωρούμε τον εαυτό μας πλούσιο, όταν αρκούμεθα στα αναγκαία κι έχουμε τον Χριστό επιούσιο άρτο στη ζωή μας.  Τότε όντως είμαστε πλούσιοι. 

π.Χ.Κ.