Κάποτε μετρούσαμε τον χρόνο με τις εποχές, μετά με τα ρολόγια, τώρα με το δευτερόλεπτο που χρειάζεται μια οθόνη για να «φορτώσει». Είκοσι χρόνια κάτω από το βάρος του πετραχηλιού, έχω δει τις εξομολογήσεις να αλλάζουν ρυθμό — ή μάλλον, να σβήνουν. Δεν έρχονται πια άνθρωποι λυγισμένοι από το βάρος ενός μεγάλου λάθους, αλλά άνθρωποι λαχανιασμένοι, αποξενωμένοι. Άνθρωποι που τρέχουν να προλάβουν κάτι που δεν ξέρουν καν αν το θέλουν, εγκλωβισμένοι σε μια αόρατη γραμμή παραγωγής. Σαν η αιωνιότητα να έγινε ένα στενό, πιεστικό χρονοδιάγραμμα.
Το βλέπω κάθε Κυριακή στα άδεια στασίδια, στη θλιβερή απουσία του κόσμου. Η πνευματική ζωή δεν συγκινεί πια• οι πνευματικές ομιλίες μένουν στα αζήτητα. Η σχέση με τον ναό έγινε στεγνά χρησιμοθηρική. Έρχονται να με βρουν όχι για να ανοίξουν την ψυχή τους, αλλά για να σφραγίσω ένα έγγραφο, να υπογράψω μια βεβαίωση, να διεκπεραιώσω βιαστικά ένα τρισάγιο. Ο παπάς αντιμετωπίζεται σαν ένας δημόσιος υπάλληλος, ένας μηχανισμός του κράτους ή της παράδοσης. Σαν άνθρωπος, δεν υπάρχει. Η διακονία μου μοιάζει στα μάτια τους ακαταλαβίστικη —και ίσως, με τον τρόπο που ζει ο σύγχρονος κόσμος, να έχουν και δίκιο να την ονομάζουν έτσι. Μεγαλώνουμε, δυστυχώς, μια γενιά που ξέρει την τιμή των πάντων, αλλά την αξία του τίποτα.
Αυτή η λογική της αγοράς εισχωρεί αθόρυβα και στο αίμα των σχέσεων. «Τι κέρδισα, τι έχασα, ποιος μου χρωστάει μια χάρη». Οι σχέσεις μοιάζουν με διπλογραφικά βιβλία. Εμφανιζόμαστε σε γάμους, κηδείες και κοινωνικές εκδηλώσεις σαν να χτυπάμε κάρτα εργασίας, με ένα αόρατο κοστολόγιο στο χέρι, για να καλοπιάσουμε, να υποχρεώσουμε, να εξαργυρώσουμε την παρουσία μας αργότερα.
Και ο Θεός; Αυτός κι αν μπήκε στο ζύγι. Η προσευχή στο παγκάρι μοιάζει με εμπορική συναλλαγή, ένα συμβόλαιο με έναν Θεό-πάροχο: «Σου άναψα μια λαμπάδα, δώσε μου την προαγωγή». «Σου έκανα μια παράκληση, γιατί δεν έγινε καλά ο άνθρωπός μου;». Ζητάμε έναν Θεό-αυτόματο πωλητή, έτοιμο να ικανοποιήσει το «εδώ και τώρα» μας. Η αναμονή μάς φαίνεται τιμωρία, η υπομονή μάς προκαλεί κατάθλιψη. Αυτή η ανικανότητα να σταθούμε στην αναμονή γεννά το σύγχρονο υπαρξιακό κενό• την άρνησή μας να αφήσουμε τον καρπό να ωριμάσει. Αν κάτι δεν αποδώσει μέσα σε πέντε λεπτά, το πετάμε ως άχρηστο.
Χθες το βράδυ, καθώς ησύχαζε ο ναός μετά τον εσπερινό και οι σκιές μεγάλωναν στους τοίχους, κάθισα για λίγο στα στασίδια. Στην απόλυτη σιωπή της άδειας εκκλησίας, σκέφτηκα πόση ομορφιά χάνουμε επειδή ξεμάθαμε να περιμένουμε. Το σιτάρι θέλει μήνες στο χώμα για να γίνει ψωμί, το σταφύλι θέλει τον χρόνο του στο βαρέλι. Η αποδέσμευση από την τυραννία του χρήσιμου μοιάζει σχεδόν αδύνατη, κι όμως είναι η μόνη οδός διασφάλισης της ψυχικής μας ακεραιότητας. Χρειαζόμαστε μια εσωτερική αντίσταση, μια στροφή προς το ανιδιοτελές.
Δεν έχω έτοιμες απαντήσεις, ούτε κρίνω τον κόσμο από κάποιο ασφαλές βάθρο. Μέσα στο ίδιο τρένο είμαι κι εγώ, στο ίδιο σκοτάδι ψηλαφώ, με τα ίδια άγχη παλεύω. Όμως, κάθε φορά που βλέπω έναν άνθρωπο να κοντοστέκεται, να αφήνει το τηλέφωνο στην άκρη και απλώς να επιτρέπει στον εαυτό του μια ασήμαντη, «άχρηστη» παύση μέσα στη μέρα, νιώθω ότι εκεί, σε εκείνη τη σιωπηλή αναμονή, κρύβεται η μόνη αληθινή ζωή που μας απομένει. Εκεί κρύβεται η μόνη αληθινή μας ανάσταση.
π.Χριστοφόρος

















