Εσύ δεν μπορείς να χαρίσεις ένα χαμόγελο και περιμένεις από τον Θεό να σου χαρίσει τον Παράδεισο;

Του αιδεσιμολ. π. Γεωργίου Σ. Κανακάρη

 

Η προσδοκία της σωτηρίας, όταν αποσυνδέεται από τη μεταμόρφωση του τρόπου υπάρξεως του ανθρώπου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μια υπαρξιακή αυταπάτη. Δεν πρόκειται απλώς για την επιθυμία να σωθεί κανείς, αλλά για την αξίωση να εισέλθει σε μια πραγματικότητα σχέσης χωρίς ποτέ να έχει αποδεχθεί την οδύνη που συνεπάγεται κάθε αυθεντική συνάντηση η οποία απειλεί να γκρεμίσει την αμυντική οργάνωση του εαυτού και να αποκαλύψει τα τραύματα μας.
Η ψυχοδυναμική θεωρία περιγράφει αυτή την κατάσταση ως αδυναμία εξόδου από έναν εαυτό που έχει οργανωθεί αμυντικά γύρω από την αυτοαναφορικότητα του. Η πατερική θεολογία από την άλλη μπορεί να την περιγράφει διαφορετικά, αλλά αγγίζει το ίδιο υπαρξιακό γεγονός, την αιχμαλωσία του ανθρώπου στη φιλαυτία. Όχι την απλή αυτοαγάπη, αλλά εκείνη τη βαθιά στρέβλωση της υπάρξεως όπου το εγώ παύει να αποτελεί τόπο συνάντησης και μετατρέπεται σε τόπο εγκλεισμού. Με τη ψυχολογία να μιλά για άμυνες και τη θεολογία να μιλά για πάθη, έχοντας κοινό αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις την αδυναμία της κοινωνίας.
Γι’ αυτό, όταν αναρωτιόμαστε πώς είναι δυνατόν κάποιος να προσδοκά τον Παράδεισο ενώ αδυνατεί να χαρίσει ακόμη και ένα χαμόγελο, το ερώτημα δεν αφορά την ηθική του επάρκεια, αλλά αφορά τον ίδιο τον τρόπο της υπάρξεως του. Διότι το χαμόγελο, στην αυθεντική του μορφή, δεν είναι μια έκφραση ευγένειας ούτε ένας κοινωνικός κώδικας συμπεριφοράς. Είναι η πρώτη, σχεδόν ανεπαίσθητη, κίνηση με την οποία το πρόσωπο εξέρχεται από την απομόνωση του εαυτού και αναγνωρίζει ότι απέναντί του υπάρχει μια άλλη ύπαρξη, μοναδική και ανεπανάληπτη.
Κάθε αληθινό χαμόγελο αποτελεί μια μικρή άρνηση της φιλαυτίας, καθώς είναι η στιγμή κατά την οποία παύω, έστω και για μια αναλαμπή, να υπάρχω αποκλειστικά για τον εαυτό μου. Δεν χαρίζω απλώς μια έκφραση, αλλά παραχωρώ χώρο μέσα στην ύπαρξη μου για να υπάρξει ο άλλος. Αυτή η παραχώρηση δεν είναι μια συναισθηματική χειρονομία, αλλά μια οντολογική κένωση, μια ελάχιστη μετοχή στον τρόπο με τον οποίο αγαπά ο ίδιος ο Θεός.
Η βαθύτερη τραγωδία της ανθρώπινης υπάρξεως δεν είναι ότι αμαρτάνει, αλλά ότι δυσκολεύεται να εξέλθει από τον εαυτό του. Φοβάται μήπως η αγάπη τον απογυμνώσει από τις άμυνες του, μήπως η προσφορά τον αποδυναμώσει, μήπως η συγχώρηση τον εκθέσει. Έτσι, συγκροτεί την ταυτότητα του όχι γύρω από την κοινωνία, αλλά γύρω από την αυτοσυντήρηση. Δεν παύει απλώς να αγαπά, αλλά παύει να υπάρχει ως πρόσωπο και αρχίζει να υπάρχει ως κλειστό σύστημα αυτοπροστασίας.
Κάθε τέτοια άμυνα, όμως, έχει ένα υπαρξιακό τίμημα. Όσο περισσότερο προστατεύει κανείς το εγώ του, τόσο λιγότερο μπορεί να αγαπήσει, και όσο λιγότερο αγαπά, τόσο λιγότερο μπορεί να κατανοήσει τι πραγματικά είναι ο Παράδεισος.
Διότι ο Παράδεισος δεν είναι μια εξωτερική ανταμοιβή που προστίθεται στην ανθρώπινη ύπαρξη, ούτε μια κατάσταση ευτυχίας που απολαμβάνει ένα απομονωμένο εγώ. Είναι ο τρόπος υπάρξεως της αδιάκοπης κοινωνίας με τον Θεό και με κάθε πρόσωπο. Είναι η πληρότητα της σχέσης και η οριστική κατάργηση κάθε υπαρξιακής απομόνωσης.
Γι’ αυτό και η Βασιλεία του Θεού δεν αρχίζει μετά τον θάνατο, αλλά αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να υπάρχει ως αυτοαναφορική ύπαρξη και αρχίζει να υπάρχει ως πρόσωπο. Η αιωνιότητα δεν εγκαινιάζεται όταν αλλάζει ο τόπος της ζωής μας, αλλά εγκαινιάζεται όταν αλλάζει ο τρόπος της υπάρξεως μας.
Αν, λοιπόν, η καρδιά αδυνατεί να ανοίξει ακόμη και στη μικρότερη μορφή κοινωνίας, όπως σε ένα βλέμμα, σε έναν λόγο, σε ένα χαμόγελο, τότε δεν της λείπει απλώς μια αρετή, αλλά της λείπει η εσωτερική ελευθερία που καθιστά δυνατή την κοινωνία, διότι δεν έχει ακόμη μάθει να υπάρχει πέρα από τον εαυτό της.
Η απαίτηση, λοιπόν, για Παράδεισο από μια καρδιά που αρνείται ακόμη και το χαμόγελο αποκαλύπτει τη βαθύτερη αντίφαση του ανθρώπου, καθώς επιθυμούμε τη σωτηρία χωρίς τη μεταμόρφωση. Θέλουμε την κοινωνία με τον Θεό χωρίς να μαθητεύσουμε στην κοινωνία με τον άνθρωπο, και προσδοκούμε να κατοικήσουμε αιώνια μέσα στην Αγάπη ενώ εξακολουθούμε να υπάρχουμε μέσα στους μηχανισμούς του φόβου.
Αυτός ο εγκλωβισμός στην αυτοπροστασία δημιουργεί μια τραγική ασυμμετρία ανάμεσα στη δική μας στάση και στον τρόπο που προσφέρεται η Θεία Χάρις, φανερώνοντας το πόσο μακριά βρισκόμαστε από την πραγματική ελευθερία.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της ανθρώπινης ελευθερίας και αυτό γιατί ο Θεός δεν παύει ποτέ να εξέρχεται από τον Εαυτό Του για να συναντήσει τον άνθρωπο, ενώ ο άνθρωπος δυσκολεύεται να εξέλθει ακόμη και για να συναντήσει το βλέμμα του αδελφού του.
Είναι φανερό λοιπόν ότι αδυνατούμε να καταλάβουμε πως ανάμεσα σε ένα αυθεντικό χαμόγελο και στον Παράδεισο υπάρχει μικρότερη απόσταση απ’ όση φανταζόμαστε, γιατί και τα δύο γεννιούνται από την ίδια κίνηση, δηλαδή την κένωση του εγώ και τη γέννηση του προσώπου μέσα στην κοινωνία της αγάπης.