ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟ 18/4/2021

Ε΄ Κυριακή των Νηστειών

Ο καθένας από μας, αδελφοί μου, έχει μια προσωπικότητα, έναν εαυτό, με δύο «όψεις», ο οποίος τον προσδιορίζει και τον διακρίνει.

Η μία «όψη» του εαυτού μας η επιφανειακή,είναι ο χαρακτήρας μας ο κοινωνικός. Αυτό που φαίνεται και που σύμφωνα με αυτόν μπορούμε να κρίνουμε κάποιον και να λέμε: «πόσο καλός ή πόσο κακός είναι, πόσο ευγενικός ή πόσο δύστροπος, πόσο φιλάνθρωπος ή πόσο τσιγκούνης, πόσο πνευματικός ή πόσο αδιάφορος στα πνευματικά».

Το κομμάτι αυτό του εαυτού μας φαίνεται και γίνεται αντιληπτό από τους άλλους, ώστε να μας αναγνωρίζουν και να μας χαρακτηρίζουν.

Τις περισσότερες φορές, αυτό το οποίο θέλουμε να δείξουμε όλοι μας, είναι ο καλός μας εαυτός. Γιατί ζητάμε την αποδοχή και την αναγνώριση από τους άλλους. Γι΄ αυτό αρκετές φορές –αν όχι όλες- ο χαρακτήρας μας μπορεί να είναι φτιαχτός. Τις αδυναμίες και τις κακίες μας,τις κρύβουμε βαθειά μέσα μας. Τις καλύπτουμε.

Η άλλη «όψη» του εαυτού μας, είναι εσωτερική, πιο βαθειά. Δεν είναι σε κοινή θέα και μπορούμε μόνο εμείς να έχουμε άμεση επαφή. Είναι ένας χώρος που μας επηρεάζει σημαντικά σε όλες τις πράξεις, τις ενέργειές και τις σκέψεις μας.

Σκεφθείτε το χώρο αυτό του εαυτού μας, σαν ένα δοχείο με καπάκι. Αν ανοίξουμε το καπάκι και κοιτάξουμε μέσα μας, θα δούμε: πάθη, αδυναμίες, κακίες, αμαρτίες, βρωμιά….

Έχουμε τρεις επιλογές:

Η πρώτη είναι να κλείσουμε το καπάκι και να μην ασχοληθούμε καθόλου με το μέρος αυτό του εαυτού μας. Αυτό σημαίνει, ότι οι αδυναμίες, τα πάθη, οι κακίες, οι αμαρτίες μας, σιγά – σιγά και ασυνείδητα θα κατατρώγουν τον εαυτό μας και θα επηρεάζουν, τις σκέψεις και τις πράξεις μας.

Η δεύτερη επιλογή μας, είναι να ανοίξουμε το καπάκι του κακού εαυτού μας και να τρομάξουμε. Να πανικοβληθούμε για τον κακό μας εαυτό και να απελπιστούμε και αδύναμοι πλέον να μην μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις  κακές μας στιγμές.

Η τρίτη επιλογή και η πιο σημαντική, είναι να ανοίξουμε το σκοτεινό αυτό μέρος του εαυτού μας, να το εξετάσουμε και σιγά – σιγά, αφού το αποδεχθούμε να αρχίσουμε να το καθαρίζουμε, ώστε να μείνουμε απαλλαγμένοι από πάθη, αδυναμίες, αστοχίες και κακίες. Να γευθούμε δηλαδή τους καρπούς του καλού μας εαυτού, που όλοι κρύβουμε βαθειά μέσα μας, κάτω από τη βρωμιά και τα πάθη. Βέβαια όλοι γνωρίζουμε, ότι αυτό ποτέ δεν μπορεί να γίνει σε τέλειο βαθμό, πάντα θα έχουμε τις αδυναμίες μας και τις κακές μας στιγμές. Όμως ο Χριστός, μας δίδαξε το μέτρο και τον τρόπο που μπορούμε να τοκαταφέρουμε. Και αυτό φαίνεται στους αγώνες και στις προσπάθειες των Αγίων.

Αυτό έκανε και η Αγία Μαρία η Αιγυπτία, που σήμερα προβάλλεται στην Εκκλησία, προς το τέλος της Σαρακοστής –αφού έχουμε διανύσει περισσότερο από το μισό της- , για να μας δείξει ότι προϋπόθεση για να γιορτάσουμε το Πάσχα, είναι να καθαρίσουμε τον κακό μας εαυτό, με τη μετάνοια και την εξομολόγηση. Το ακραίο παράδειγμά της, –αφού ήταν μια πόρνη-,  δείχνει ότι ο Χριστός είναι πατέρας, και ως πατέρας δεν ζυγίζει τις αμαρτίες μας, αλλά περιμένει με αγάπη την επιστροφή μας στο σπίτι Του. Αυτό έδειξε και με την άρνηση του Πέτρου. Ο απόστολος Πέτρος, τον αρνήθηκε λίγο πριν το πάθος Του. Ο Χριστός όχι μόνο δεν του το κράτησε αλλά όταν μετά την ανάστασή του η Μαρία η Μαγδαληνή συναντά τον άγγελο στον άδειο τάφο Του, αυτός της παραγγέλει: «Υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς και τω Πέτρω…», γιατί ο Πέτρος όντας άπιστος, προδότης, δεν λογάριαζε τον εαυτό του ως ένα εκ των μαθητών. Είχε απαρνηθεί το Χριστό, κι αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος τον ονομάζειιδιαιτέρως, θέλοντας να τον βεβαιώσει, ότι η φιλία τους διατηρείται αλώβητη, κι ότι παραμένει αγαπητός όσο και τότε που ήταν έμπιστος. Ο Χριστός δηλαδή μας περιμένει να γυρίσουμε, ότι κι αν κάνουμε.  

Η Αγία Μαρία από την εφηβική της ηλικία,ζούσε μια άστατη ζωή.  Εξέδιδε το σώμα της για δική της ευχαρίστηση και για την ευχαρίστηση των πελατών της. Τη βρωμιά αυτή, τη μετέφερε και στα Ιεροσόλυμα, στον τόπο που έζησε ο Χριστός τα τελευταία χρόνια της επίγειας παρουσίας Του. Ήταν η γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και θέλησε κι αυτή από συνήθεια–όπως οι περισσότεροι από ΄μας- να προσκυνήσει το Τίμιο Ξύλο. Μόλις έφτασε έξω από το Ναό, κι ενώ προσπαθούσε να μπει μέσα, εμποδίζονταν από κάποια αόρατη δύναμη και δεν έμπαινε. Η καρδιά της σκίρτησε, συγκλονήστηκε. Το γεγονός αυτό έγινε η αιτία να ανοίξει το καπάκι του κακού εαυτού της και να κοιτάξει μέσα βαθειά. Να δει τη βρωμιά και τις αμαρτίες της, που επί σειρά ετών την διέφθειραν και την απομάκρυναν από το σπίτι του Πατέρα, από τονΧριστό.  Μετάνιωσε για όλες τις ανήθικες πράξεις της, για την άστατη ζωή της και ζήτησε την βοήθεια της Παναγίας για να μπει στο Ναό. Τελικά μπήκε χωρίς εμπόδιο πλέον, και προσκύνησε τον ζωοποιό Σταυρό. Ένιωσε το μυστήριο του Σταυρού. Κατάλαβε ότι ο Σταυρός του Χριστού τον οποίο όλοι από συνήθεια προσκυνούμε και κάνουμε, αποτελεί το σύμβολο που δηλώνει το συσχηματισμό μας, την αποδοχή μας δηλαδή του τρόπου που έζησε ο Χριστός (του τρόπου ύπαρξης του Χριστού). Με την πρόσφατη προβολή του Σταυρού, κατά την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, τον προσκυνήσαμε όχι για να φέρουμε στη σκέψη μας το πάθος Του και μετά να το ξεχάσουμε, όχι για να συγκινηθούμε, ένα συναίσθημα δηλαδή της στιγμής και τίποτε άλλο, αλλά για να δηλώσουμε, ότι ως χριστιανοί συμμετέχουμε στη ζωή του Χριστού. Δηλώνουμε, ότι κέντρο της ζωής μας είναι η ζωή του Χριστού. Το πάθος και η  Ανάσταση Του. Συμμετέχουμε κι εμείς στο πάθος Του κάθε στιγμή, σε κάθε δυσκολία, με τον αγώνα μας και τον κόπο μας. Αποδεχόμαστε στη ζωή μας αυτό που πέρασε Αυτός στο πάθος, με την ελπίδα της Ανάστασης, της ζωής δηλαδή κοντά Του. Με την ελπίδα, ότι πίσω από κάθε δυσκολία θα συναντήσουμε το Χριστό. Αυτόν που έπαθε για να αναστηθεί. Πρότυπό μας,λοιπόν, ο Χριστός. Κανένας άνθρωπος, κανένας αδελφός, κανένας γέροντας, αλλά ο ίδιος ο Χριστός. Οι άγιοί μας, αγίασαν γιατί είχαν ως κριτήριο στη ζωή τους τη ζωή του Χριστού. Την τήρηση του θελήματός Του.

Έτσι κι εμείς, για να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού, πρέπει να μάθουμε από το πάθος Του. Να πάθουμε, να αγωνιστούμε, να κοπιάσουμε, τηρώντας το θέλημά Του για να φτάσουμε στην Ανάσταση, στη ζωή μαζί Του, όπως είπαμε.

Η Αγία Μαρία συναισθάνθηκε, ότι προσκυνώντας τον Σταυρό του Χριστού αποδέχεται τη ζωή του Χριστού. Αποδέχεται ότι πρέπει να πάθει, να κοπιάσει, να αγωνιστεί για να καθαρίσει όλες τις βρωμιές της ψυχής της, και να Τον πλησιάσει. Κατάλαβε, ότι αυτό που φαίνεται (η ομορφιά της, η ευγένειά της, η κοινωνικότητά της, ο χαρακτήρας της) είναι κάτι το εξωτερικό, το φτιαχτό. Αυτό που έχει σημασία είναι ο εσωτερικός της κόσμος, που διαμορφώνει και επηρεάζει και τον εξωτερικό. Να προσαρμόσει τη ζωή της δηλαδή, με τη ζωή του Χριστού.

Πολλές φορές, θέλοντας να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας για τις πράξεις μας λέμε: «Κάνω αυτό που κάνει ο τάδε ιερέας. Κάνω αυτό που κάνει ο τάδε γέροντας ή ο τάδε άνθρωπος που πηγαίνει στην εκκλησία».

Ή πάλι λέμε: «Α, εγώ έτσι είμαι, δεν αλλάζω!!!» Μ’ αυτές τις δικαιολογίες αποδεχόμαστε πράγματα που δεν έχουν καμιά σχέση με το θέλημα του Θεού, που είναι ο σκοπός μας.

Κριτήριο λοιπόν της ζωής μας , είναι η ζωή του Χριστού. Αυτή πρέπει να μιμηθούμε κι όχι κάποιου ανθρώπου. Κριτήριο της ζωής των αγίων, είναι ο Χριστός κι όχι συνήθειες ανθρώπων.

Τη ζωή των Αγίων τη μελετάμε, γιατί έκαναν πράξη τη ζωή του Χριστού και όχι για να θαυμάσουμε τα δικά τους κατορθώματα.

Δεν είναι όμως τυχαίο που η εκκλησία σήμερα, προς το τέλος της Σαρακοστής προβάλει τη ζωή και το παράδειγμα της Αγίας Μαρίας. Η Αγία Μαρία τόλμησε κι άνοιξε το δοχείο του κακού εαυτού της. Είδε τις ακαθαρσίες της και μετάνιωσε. Δεν τις έκρυψε, τις εξομολογήθηκεστον Άγιο Ζωσιμά, έναν ιερέα ασκητή, κι έτσι ξανασυνέδεσε τη ζωή της με το Χριστό, που είχε διασπάσει η αμαρτία. Στο πρόσωπο της Αγίας Μαρίας, καθρεφτίζεται η σημερινή κοινωνία των ανθρώπων. Εμείς οι άνθρωποι σήμερα, έχουμε διασπάσει τη σχέση μας με το Χριστό και τον έχουμε διώξει απ’ τη ζωή μας. Νιώθουμε αυτάρκεις με τις ηδονές, την καλοπέραση, τον ατομισμό και την αδιαφορία. Από τη μια  ο πολύς κόσμος, θεωρεί περιττό το Χριστό στη ζωή του. Από την άλλη εμείς, οι λίγοι Χριστιανοί , ενώ λέμε πως πιστεύουμε, στην πραγματικότητα έχουμε διώξει το Χριστό στην πράξη. Έχουμε μια πίστη βιτρίνας, επιφανειακή, και αρκούμαστε σ’ αυτή. Χωρίζουμε τη ζωή μας στην καθημερινή και την πνευματική ζωή. Λες και υπάρχουν δυο ζωές. Λες και η πνευματική ζωή είναι μια παράσταση, που πρέπει να δοθεί κατά τη διάρκεια του Κυριακάτικου Εκκλησιασμού ή κάποιας άλλης ακολουθίας, και στην υπόλοιπη ζωή μας μένουμε αδιάφοροι, ίδιοι με συμπεριφορά ανθρώπων που κάθε άλλο παρά χριστιανών θυμίζει.

Αυτές τις μέρες, εν όψει του Πάσχα, όλοι θα τρέξουμε και μετανιωμένοι να εξομολογηθούμε και να κοινωνήσουμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Όμως η πράξη αυτή της εξομολόγησης, έχει σχέση με αυτό που ένιωσε η Αγία Μαρία ή προσερχόμαστε τυπικά, από συνήθεια, για το καλό μας.

Προσευχόμαστε στην Εκκλησία και στο σπίτι μας και συνέχεια μιλάμε και ακούμε για άφεση αμαρτιών. Πιστεύουμε πραγματικά σ’ αυτή την άφεση; Η απλώς ερχόμαστε στην εξομολόγηση από συνήθεια, για να αυτοδικαιωθούμε, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής.

Δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός παραδίδοντάς μας την Κυριακή Προσευχή, το «Πάτερ ημών»μας είπε να λέμε: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», δηλαδή μας ξεκαθάρισε, ότι αν δεν συγχωρούμε τις αμαρτίες των ανθρώπων , δεν θα μας συγχωρέσει κι Αυτός.

Δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία όρισε να αναφέρεται και στο Σύμβολο της Πίστεως,  στο «Πιστεύω», η άφεση των αμαρτιών: «Ομολογώ εν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών».

Φαίνεται, ότι κάνουμε κάποιο λάθος και όσον αφορά τη συγχώρηση των δικών μας αμαρτιών και όσον αφορά τη συγχώρηση που οφείλουμε να δίνουμε στους άλλους, για τις αμαρτίες τους,απέναντί μας.

Ας πάρουμε όμως πρώτα το θέμα της συγχωρητικότητας του Θεού σε μας.

Πολλές φορές ζητώντας από το Θεό να μας συγχωρέσει στην εξομολόγησή μας, στην πραγματικότητα του ζητάμε να δικαιολογήσει τις αμαρτίες μας. Αφού αραδιάζουμε ένα σωρό δικαιολογίες. Όλοι οι άλλοι φταίνε, εκτός από εμάς. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά του «συγχωρώ» από το «δικαιολογώ». Όταν δικαιολογούμαστε στην εξομολόγηση, υποστηρίζουμε στην πραγματικότητα,  ότι δεν αμαρτήσαμε. Άρα δεν ζητάμε συγχώρεση. Έτσι,λοιπόν, όταν λέμε: «ζητώ τη συγχώρηση του Θεού», στην πράξη, είναι σαν να του λέμε «ζητώ από το Θεό να δεχθεί τις δικαιολογίες μου». Μένουμε με την εντύπωση ότι έχουμε μετανοήσει και συγχωρεθεί από το Θεό, ενώ αυτό που έχει γίνει στην ουσία είναι, ότι απλά έχουμε μείνει οι ίδιοι, ικανοποιημένοι από τις δικαιολογίες μας.

Σ’ αυτή την κατάσταση όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας δύο πράγματα:

1. Πρώτα, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Θεός,ξέρει όλες τις πραγματικές δικαιολογίες πολύ καλύτερα από εμάς. Δεν χρειάζεται να έχουμε άγχος, να βρούμε δικαιολογίες, αφού ο Θεός τα γνωρίζει όλα, κι αν υπάρχει δικαιολογία κι αυτή τη γνωρίζει. Άρα τζάμπα σπαταλάμε το χρόνο μας. Πρέπει όμως να φέρουμε κατά την εξομολόγηση ενώπιον του Θεού, αυτό που  δεν χωρά δικαιολογία, την αμαρτία δηλαδή, γι’ αυτή ήρθαμε στο εξομολογητήριο.
2. Το δεύτερο και το πιο σημαντικό, είναι ότι πρέπει να πιστεύουμε πραγματικά και αληθινά στη συγχώρηση των αμαρτιών.Αγχωνόμαστε να βρούμε δικαιολογίες για τις αμαρτίες μας, γιατί δεν πιστεύουμε πραγματικά στην άφεση των αμαρτιών. Δεν πιστεύουμε ότι ο Χριστός θα μας δεχθεί ξανά πίσω. Αυτό όμως το είδαμε στη μετάνοια της Αγίας Μαρίας.

Αυτά για τη συγχώρηση του Θεού σε μας.

Ας έρθουμε και στην περίπτωση που εμείς πρέπει να συγχωρήσουμε τους άλλους.

Βλέπουμε και σ’ αυτή την περίπτωση, ότι δεν είμαστε ειλικρινείς. Όταν συγχωρώ σημαίνει, ότι πρέπει πάση θυσία να εξαλείψω από την καρδιά μου, κάθε γεύση αγανάκτησης, κάθε επιθυμία να υποβιβάσω ή να πληγώσω, ή να ανταποδώσω το κακό στον άλλο. Εδώ το θέμα της δικαιολογίας παίρνει άλλη διάσταση. Ενώ όταν εγώ εξομολογούμαι θέλω να δικαιολογηθώ, ζωτώντας συγχώρηση, όταν χρειάζεται να συγχωρέσω κάποιον άλλο, δεν δέχομαι τη δικαιολογία του.Όταν πρόκειται για μας τους ίδιους, πολύ εύκολα  βρίσκουμε δικαιολογίες. Όταν πρόκειται για άλλους , δεν δεχόμαστε εύκολα τις δικαιολογίες τους.

Το να είσαι όμως χριστιανός σημαίνει, ότι συγχωρείς εκείνο που δεν μπορεί να καλυφθεί από δικαιολογίες, γιατί ο Θεός έχει συγχωρήσει και σ’ ένα εκείνο που δεν καλύπτεται από δικαιολογίες.

Αδελφοί μου, η τήρηση του θελήματος του Θεού δεν είναι θεωρία. Αποδεικνύεται καθημερινά από τον τρόπο που το εντάσσουμε στην κάθε στιγμή της ζωής μας. Η μετάνοια και η εξομολόγηση είναι συνάντηση και συμφιλίωση με το Θεό, από τον οποίο αποκοπήκαμε. Ο Χριστός, μας ονομάζει στο ευαγγέλιό Του φίλους του, αν κάνουμε αυτά που μας παραγγέλει (Ιωαν. 15,14). Είναι πατέρας μας, σύμφωνα με την παραβολή του Ασώτου. Το να ζητάμε τη συγχώρηση από το Θεό και να τη δίνουμε κι εμείς στους συνανθρώπους μας, δεν είναι μια πράξη συνήθειας, ένας τύπος, κάτι που το κάνουμε, αλλά δεν το πιστεύουμε. Είναι το θέλημα του Θεού. Κάτι δύσκολο, που θέλει αγώνα και προσπάθεια. Το να συγχωρείς τις αδιάκοπες προκλήσεις της καθημερινής ζωής, να εξακολουθείς δηλαδή να συγχωρείς την αυταρχική πεθερά, τον κατεξουσιαστικό σύζυγο, την γκρινιάρα γυναίκα, την εγωιστική κόρη, το δόλιο γιό, τον ενοχλητικό γείτονα, τον αχάριστοφίλο, τον εκμεταλλευτή συνάδελφο, ποιος μπορεί να το κάνει; Αυτό είναι δυνατό μόνο αν αληθινά  πράξουμε αυτό που καθημερινά –τυπικά ίσως- λέμε στις προσευχές μας: «συγχώρησε Κύριε τις αμαρτίες μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους έχουν αμαρτήσει απέναντί μας».  Η συγχώρηση του Θεού, προσφέρεται σε όλους μας, μόνο με αυτούς τους όρους. Το να αρνούμαστε να το κάνουμε ,είναι σαν να αρνούμαστε το έλεος του Θεού, σαν να αρνούμαστε, ότι είμαστε χριστιανοί. Ο λόγος του Θεού είναι ξεκάθαρος.