ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. 12, 16-21) Η Παραβολή του άφρονος πλουσίου

 

Η παραβολή του άφρονος πλουσίου που προ λίγο ακούσαμε, αγαπητοί αδελφοί, μας φέρνει ενώπιον ενός μεγάλου πάθους το οποίο λίγο η πολύ ο καθένας μας φέρει μέσα στην ψυχή του. Με το πάθος της πλεονεξίας.

Ο άφρονας δηλαδή ο άμυαλος, ο απερίσκεπτος, ο χωρίς φιλοσοφικό στοχασμό πλούσιος αυτός άνθρωπος της παραβολής, είχε το κοινό σκεπτικό που έχουμε κι εμείς σήμερα. Πρώτον ότι τα αγαθά τα απέκτησε με τις δικές του δυνάμεις και μόνο. Δεύτερον ότι του ανήκουν και μπορεί να τα κάνει ό,τι θέλει ο ίδιος. Και τρίτον σκεπτόμενος το μέλλον θεωρεί ότι του ανήκει. Θεωρεί δηλαδή ότι  είναι βέβαιο πως  θα ζήσει για πολλά χρόνια για να απολαύσει τα αγαθά τα οποία απέκτησε. Ο αληθινός λόγος του ευαγγελίου αλλά και ο πατερικός λόγος, μας επισημαίνουν πως οι τρεις αυτές θεωρήσεις των υλικών αγαθών είναι σε λάθος προοπτική. Ο Δωρεοδότης είναι  ο Θεός. Αυτός δίνει, αυτός στερεί, σύμφωνα με το πάνσοφο θέλημα του. Η αλαζονεία του ανθρώπου παρακάμπτει αυτή την μεγάλη αλήθεια και εγκλωβίζεται στην απόλαυση της στιγμής, στην αυτάρκειά του, στην ικανοποίηση, στην ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα να μην μετέχει της χαράς που δίνει ο Θεός. Διότι τα αγαθά μας τα δίνει ο Θεός για να χαρούμε και να χαρούμε εμείς και οι γύρω μας δι΄ αυτων.  Και χαιρόμαστε με τα αγαθά όταν τα μοιραζόμαστε μεταξύ μας και όταν καλύπτουμε τις  βιολογικές μας ανάγκες και κυρίως τις ανάγκες των συνανθρώπων μας που βρίσκονται σε δύσκολη θέση και δεν μπορούν μόνοι τους να τα αποκτήσουν.

«Πάσα δοσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον εκ Σου του Πατρός των φώτων». Με αυτά τα λόγια η τελευταία ευχή της θείας λειτουργίας ενώπιον της εικόνας του Χριστού, μας υπενθυμίζει την μεγάλη αυτή η αλήθεια. Δηλαδή καθετί το οποίο λαμβάνουμε , κάθε απόκτημά μας, έρχεται από τον Θεό με σκοπό δι’ αυτού να δοξάζεται το όνομα Του.

 

Η πλεονεξία,  αντιθέτως ,  είναι πάθος του επιθυμητικού της ψυχής, για συνεχή απόκτηση πέρα από τα αναγκαία της ζωής. Δεν είναι απόλυτα συνδεμένη με τον πλούτο ή την ανέχεια, αλλά επιθυμία, που βασανίζει την καρδιά τού «να έχεις πάντοτε περισσότερο από αυτό που αρκεί, δηλαδή του αναγκαίου». Όσο και να ακούγεται περίεργο, πλεονέκτης μπορεί να είναι και ένας φτωχός άνθρωπος. Γιατί η πλεονεξία είναι πάθος της ψυχής και όχι μόνο τρόπος διαχείρισης των πολλών υλικών αγαθών.

Ο απόστολος Παύλος την θεωρεί ως τη χειρότερη από όλα τα πάθη. Όλα τα άλλα μπορούν να μας απομακρύνουν από το Θεό, ενώ αυτή απομακρύνει τον ίδιο το Θεό, αφού τη θέση του Θεού την παίρνει ο πλούτος, το χρήμα, ο υλισμός και οι λοιπές απολαύσεις του κόσμου.

Η πλεονεξία έχει και μια άλλη μορφή όχι τόσο ευδιάκριτη μέσα στη ζωή μας.  Να ποια άλλη μορφή μπορεί να έχει η πλεονεξία: Της ακούσιας,  δηλαδή ελεημοσύνης, της κατ΄ανάγκην. Όταν κάποιος δίνει χωρίς προαίρεση, χωρίς χαρά, χωρίς ιλαρότητα, κατέχεται από το πάθος της πλεονεξίας. «ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός». (Β΄Κορ. 9,7)

«Γι΄ αυτό θεώρησα αναγκαίο να παρακαλέσω τους αδελφούς να έρθουν πρωτύτερα σε σας και να φροντίσουν για την προσφορά που υποσχεθήκατε, ώστε να είναι έτοιμη, σαν προσφορά που δίνεται με αγάπη και προαίρεση και όχι αναγκαστική» λέγει  ο Απόστολος Παύλος στη δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή του. 

 

ΠΟΙΟΝ ΑΔΙΚΩ, ρωτάει ο πλούσιος της παραβολής και ο καθένας ίσως από μας. Ποιον αδικώ προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;

Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει,  διερωτάται ο μέγας Βασίλειος.  Από που τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου; Δεν ήρθες στον κόσμο γυμνός; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη; Που τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα;  Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη, είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη γι αυτόν που στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται απ τον Θεό, πες μου για ποιο λόγο στα έδωσε; Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός;  Όχι γι’ άλλο λόγο παρά για να ανταμειφθείς εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για να κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής. 

Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας· νομίζεις λοιπόν ότι κανένα δεν αδικείς όταν τόσους στερείς από τα αγαθά αυτά; Ποιος είναι πλεονέκτης;  Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος άρπαγας;  Εκείνος που αφαιρεί την περιουσία των άλλων.  Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει αυτή την ονομασία;

Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς, όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις.

 

Αγαπητοί αδελφοί,

«Φεύγετε την πλεονεξίαν ητις  στην ειδωλολατρία», μας προτρέπει ο Απόστολος των Εθνών. Όποιος πιστεύει στα υλικά αγαθά δεν είναι κάτι άλλο παρά ειδωλολάτρης και ας λέγει ότι είναι πιστός χριστιανός. Ας παρακαλέσουμε τον Πατέρα και Δημιουργό μας: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημιν σήμερον και μη εισενέγκης ημας εις τον πειρασμόν της πλεονεξίας. Αμήν!

Μπορείτε να μας βρείτε:
error0