ΘΕΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟ 18/4/2021

Ε΄ Κυριακή των Νηστειών

Ο καθένας από μας, αδελφοί μου, έχει μια προσωπικότητα, έναν εαυτό, με δύο «όψεις», ο οποίος τον προσδιορίζει και τον διακρίνει.

Η μία «όψη» του εαυτού μας η επιφανειακή,είναι ο χαρακτήρας μας ο κοινωνικός. Αυτό που φαίνεται και που σύμφωνα με αυτόν μπορούμε να κρίνουμε κάποιον και να λέμε: «πόσο καλός ή πόσο κακός είναι, πόσο ευγενικός ή πόσο δύστροπος, πόσο φιλάνθρωπος ή πόσο τσιγκούνης, πόσο πνευματικός ή πόσο αδιάφορος στα πνευματικά».

Το κομμάτι αυτό του εαυτού μας φαίνεται και γίνεται αντιληπτό από τους άλλους, ώστε να μας αναγνωρίζουν και να μας χαρακτηρίζουν.

Τις περισσότερες φορές, αυτό το οποίο θέλουμε να δείξουμε όλοι μας, είναι ο καλός μας εαυτός. Γιατί ζητάμε την αποδοχή και την αναγνώριση από τους άλλους. Γι΄ αυτό αρκετές φορές –αν όχι όλες- ο χαρακτήρας μας μπορεί να είναι φτιαχτός. Τις αδυναμίες και τις κακίες μας,τις κρύβουμε βαθειά μέσα μας. Τις καλύπτουμε.

Η άλλη «όψη» του εαυτού μας, είναι εσωτερική, πιο βαθειά. Δεν είναι σε κοινή θέα και μπορούμε μόνο εμείς να έχουμε άμεση επαφή. Είναι ένας χώρος που μας επηρεάζει σημαντικά σε όλες τις πράξεις, τις ενέργειές και τις σκέψεις μας.

Σκεφθείτε το χώρο αυτό του εαυτού μας, σαν ένα δοχείο με καπάκι. Αν ανοίξουμε το καπάκι και κοιτάξουμε μέσα μας, θα δούμε: πάθη, αδυναμίες, κακίες, αμαρτίες, βρωμιά….

Έχουμε τρεις επιλογές:

Η πρώτη είναι να κλείσουμε το καπάκι και να μην ασχοληθούμε καθόλου με το μέρος αυτό του εαυτού μας. Αυτό σημαίνει, ότι οι αδυναμίες, τα πάθη, οι κακίες, οι αμαρτίες μας, σιγά – σιγά και ασυνείδητα θα κατατρώγουν τον εαυτό μας και θα επηρεάζουν, τις σκέψεις και τις πράξεις μας.

Η δεύτερη επιλογή μας, είναι να ανοίξουμε το καπάκι του κακού εαυτού μας και να τρομάξουμε. Να πανικοβληθούμε για τον κακό μας εαυτό και να απελπιστούμε και αδύναμοι πλέον να μην μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις  κακές μας στιγμές.

Η τρίτη επιλογή και η πιο σημαντική, είναι να ανοίξουμε το σκοτεινό αυτό μέρος του εαυτού μας, να το εξετάσουμε και σιγά – σιγά, αφού το αποδεχθούμε να αρχίσουμε να το καθαρίζουμε, ώστε να μείνουμε απαλλαγμένοι από πάθη, αδυναμίες, αστοχίες και κακίες. Να γευθούμε δηλαδή τους καρπούς του καλού μας εαυτού, που όλοι κρύβουμε βαθειά μέσα μας, κάτω από τη βρωμιά και τα πάθη. Βέβαια όλοι γνωρίζουμε, ότι αυτό ποτέ δεν μπορεί να γίνει σε τέλειο βαθμό, πάντα θα έχουμε τις αδυναμίες μας και τις κακές μας στιγμές. Όμως ο Χριστός, μας δίδαξε το μέτρο και τον τρόπο που μπορούμε να τοκαταφέρουμε. Και αυτό φαίνεται στους αγώνες και στις προσπάθειες των Αγίων.

Αυτό έκανε και η Αγία Μαρία η Αιγυπτία, που σήμερα προβάλλεται στην Εκκλησία, προς το τέλος της Σαρακοστής –αφού έχουμε διανύσει περισσότερο από το μισό της- , για να μας δείξει ότι προϋπόθεση για να γιορτάσουμε το Πάσχα, είναι να καθαρίσουμε τον κακό μας εαυτό, με τη μετάνοια και την εξομολόγηση. Το ακραίο παράδειγμά της, –αφού ήταν μια πόρνη-,  δείχνει ότι ο Χριστός είναι πατέρας, και ως πατέρας δεν ζυγίζει τις αμαρτίες μας, αλλά περιμένει με αγάπη την επιστροφή μας στο σπίτι Του. Αυτό έδειξε και με την άρνηση του Πέτρου. Ο απόστολος Πέτρος, τον αρνήθηκε λίγο πριν το πάθος Του. Ο Χριστός όχι μόνο δεν του το κράτησε αλλά όταν μετά την ανάστασή του η Μαρία η Μαγδαληνή συναντά τον άγγελο στον άδειο τάφο Του, αυτός της παραγγέλει: «Υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς και τω Πέτρω…», γιατί ο Πέτρος όντας άπιστος, προδότης, δεν λογάριαζε τον εαυτό του ως ένα εκ των μαθητών. Είχε απαρνηθεί το Χριστό, κι αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος τον ονομάζειιδιαιτέρως, θέλοντας να τον βεβαιώσει, ότι η φιλία τους διατηρείται αλώβητη, κι ότι παραμένει αγαπητός όσο και τότε που ήταν έμπιστος. Ο Χριστός δηλαδή μας περιμένει να γυρίσουμε, ότι κι αν κάνουμε.  

Η Αγία Μαρία από την εφηβική της ηλικία,ζούσε μια άστατη ζωή.  Εξέδιδε το σώμα της για δική της ευχαρίστηση και για την ευχαρίστηση των πελατών της. Τη βρωμιά αυτή, τη μετέφερε και στα Ιεροσόλυμα, στον τόπο που έζησε ο Χριστός τα τελευταία χρόνια της επίγειας παρουσίας Του. Ήταν η γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και θέλησε κι αυτή από συνήθεια–όπως οι περισσότεροι από ΄μας- να προσκυνήσει το Τίμιο Ξύλο. Μόλις έφτασε έξω από το Ναό, κι ενώ προσπαθούσε να μπει μέσα, εμποδίζονταν από κάποια αόρατη δύναμη και δεν έμπαινε. Η καρδιά της σκίρτησε, συγκλονήστηκε. Το γεγονός αυτό έγινε η αιτία να ανοίξει το καπάκι του κακού εαυτού της και να κοιτάξει μέσα βαθειά. Να δει τη βρωμιά και τις αμαρτίες της, που επί σειρά ετών την διέφθειραν και την απομάκρυναν από το σπίτι του Πατέρα, από τονΧριστό.  Μετάνιωσε για όλες τις ανήθικες πράξεις της, για την άστατη ζωή της και ζήτησε την βοήθεια της Παναγίας για να μπει στο Ναό. Τελικά μπήκε χωρίς εμπόδιο πλέον, και προσκύνησε τον ζωοποιό Σταυρό. Ένιωσε το μυστήριο του Σταυρού. Κατάλαβε ότι ο Σταυρός του Χριστού τον οποίο όλοι από συνήθεια προσκυνούμε και κάνουμε, αποτελεί το σύμβολο που δηλώνει το συσχηματισμό μας, την αποδοχή μας δηλαδή του τρόπου που έζησε ο Χριστός (του τρόπου ύπαρξης του Χριστού). Με την πρόσφατη προβολή του Σταυρού, κατά την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, τον προσκυνήσαμε όχι για να φέρουμε στη σκέψη μας το πάθος Του και μετά να το ξεχάσουμε, όχι για να συγκινηθούμε, ένα συναίσθημα δηλαδή της στιγμής και τίποτε άλλο, αλλά για να δηλώσουμε, ότι ως χριστιανοί συμμετέχουμε στη ζωή του Χριστού. Δηλώνουμε, ότι κέντρο της ζωής μας είναι η ζωή του Χριστού. Το πάθος και η  Ανάσταση Του. Συμμετέχουμε κι εμείς στο πάθος Του κάθε στιγμή, σε κάθε δυσκολία, με τον αγώνα μας και τον κόπο μας. Αποδεχόμαστε στη ζωή μας αυτό που πέρασε Αυτός στο πάθος, με την ελπίδα της Ανάστασης, της ζωής δηλαδή κοντά Του. Με την ελπίδα, ότι πίσω από κάθε δυσκολία θα συναντήσουμε το Χριστό. Αυτόν που έπαθε για να αναστηθεί. Πρότυπό μας,λοιπόν, ο Χριστός. Κανένας άνθρωπος, κανένας αδελφός, κανένας γέροντας, αλλά ο ίδιος ο Χριστός. Οι άγιοί μας, αγίασαν γιατί είχαν ως κριτήριο στη ζωή τους τη ζωή του Χριστού. Την τήρηση του θελήματός Του.

Έτσι κι εμείς, για να ζήσουμε τη ζωή του Χριστού, πρέπει να μάθουμε από το πάθος Του. Να πάθουμε, να αγωνιστούμε, να κοπιάσουμε, τηρώντας το θέλημά Του για να φτάσουμε στην Ανάσταση, στη ζωή μαζί Του, όπως είπαμε.

Η Αγία Μαρία συναισθάνθηκε, ότι προσκυνώντας τον Σταυρό του Χριστού αποδέχεται τη ζωή του Χριστού. Αποδέχεται ότι πρέπει να πάθει, να κοπιάσει, να αγωνιστεί για να καθαρίσει όλες τις βρωμιές της ψυχής της, και να Τον πλησιάσει. Κατάλαβε, ότι αυτό που φαίνεται (η ομορφιά της, η ευγένειά της, η κοινωνικότητά της, ο χαρακτήρας της) είναι κάτι το εξωτερικό, το φτιαχτό. Αυτό που έχει σημασία είναι ο εσωτερικός της κόσμος, που διαμορφώνει και επηρεάζει και τον εξωτερικό. Να προσαρμόσει τη ζωή της δηλαδή, με τη ζωή του Χριστού.

Πολλές φορές, θέλοντας να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας για τις πράξεις μας λέμε: «Κάνω αυτό που κάνει ο τάδε ιερέας. Κάνω αυτό που κάνει ο τάδε γέροντας ή ο τάδε άνθρωπος που πηγαίνει στην εκκλησία».

Ή πάλι λέμε: «Α, εγώ έτσι είμαι, δεν αλλάζω!!!» Μ’ αυτές τις δικαιολογίες αποδεχόμαστε πράγματα που δεν έχουν καμιά σχέση με το θέλημα του Θεού, που είναι ο σκοπός μας.

Κριτήριο λοιπόν της ζωής μας , είναι η ζωή του Χριστού. Αυτή πρέπει να μιμηθούμε κι όχι κάποιου ανθρώπου. Κριτήριο της ζωής των αγίων, είναι ο Χριστός κι όχι συνήθειες ανθρώπων.

Τη ζωή των Αγίων τη μελετάμε, γιατί έκαναν πράξη τη ζωή του Χριστού και όχι για να θαυμάσουμε τα δικά τους κατορθώματα.

Δεν είναι όμως τυχαίο που η εκκλησία σήμερα, προς το τέλος της Σαρακοστής προβάλει τη ζωή και το παράδειγμα της Αγίας Μαρίας. Η Αγία Μαρία τόλμησε κι άνοιξε το δοχείο του κακού εαυτού της. Είδε τις ακαθαρσίες της και μετάνιωσε. Δεν τις έκρυψε, τις εξομολογήθηκεστον Άγιο Ζωσιμά, έναν ιερέα ασκητή, κι έτσι ξανασυνέδεσε τη ζωή της με το Χριστό, που είχε διασπάσει η αμαρτία. Στο πρόσωπο της Αγίας Μαρίας, καθρεφτίζεται η σημερινή κοινωνία των ανθρώπων. Εμείς οι άνθρωποι σήμερα, έχουμε διασπάσει τη σχέση μας με το Χριστό και τον έχουμε διώξει απ’ τη ζωή μας. Νιώθουμε αυτάρκεις με τις ηδονές, την καλοπέραση, τον ατομισμό και την αδιαφορία. Από τη μια  ο πολύς κόσμος, θεωρεί περιττό το Χριστό στη ζωή του. Από την άλλη εμείς, οι λίγοι Χριστιανοί , ενώ λέμε πως πιστεύουμε, στην πραγματικότητα έχουμε διώξει το Χριστό στην πράξη. Έχουμε μια πίστη βιτρίνας, επιφανειακή, και αρκούμαστε σ’ αυτή. Χωρίζουμε τη ζωή μας στην καθημερινή και την πνευματική ζωή. Λες και υπάρχουν δυο ζωές. Λες και η πνευματική ζωή είναι μια παράσταση, που πρέπει να δοθεί κατά τη διάρκεια του Κυριακάτικου Εκκλησιασμού ή κάποιας άλλης ακολουθίας, και στην υπόλοιπη ζωή μας μένουμε αδιάφοροι, ίδιοι με συμπεριφορά ανθρώπων που κάθε άλλο παρά χριστιανών θυμίζει.

Αυτές τις μέρες, εν όψει του Πάσχα, όλοι θα τρέξουμε και μετανιωμένοι να εξομολογηθούμε και να κοινωνήσουμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Όμως η πράξη αυτή της εξομολόγησης, έχει σχέση με αυτό που ένιωσε η Αγία Μαρία ή προσερχόμαστε τυπικά, από συνήθεια, για το καλό μας.

Προσευχόμαστε στην Εκκλησία και στο σπίτι μας και συνέχεια μιλάμε και ακούμε για άφεση αμαρτιών. Πιστεύουμε πραγματικά σ’ αυτή την άφεση; Η απλώς ερχόμαστε στην εξομολόγηση από συνήθεια, για να αυτοδικαιωθούμε, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής.

Δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός παραδίδοντάς μας την Κυριακή Προσευχή, το «Πάτερ ημών»μας είπε να λέμε: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», δηλαδή μας ξεκαθάρισε, ότι αν δεν συγχωρούμε τις αμαρτίες των ανθρώπων , δεν θα μας συγχωρέσει κι Αυτός.

Δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία όρισε να αναφέρεται και στο Σύμβολο της Πίστεως,  στο «Πιστεύω», η άφεση των αμαρτιών: «Ομολογώ εν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών».

Φαίνεται, ότι κάνουμε κάποιο λάθος και όσον αφορά τη συγχώρηση των δικών μας αμαρτιών και όσον αφορά τη συγχώρηση που οφείλουμε να δίνουμε στους άλλους, για τις αμαρτίες τους,απέναντί μας.

Ας πάρουμε όμως πρώτα το θέμα της συγχωρητικότητας του Θεού σε μας.

Πολλές φορές ζητώντας από το Θεό να μας συγχωρέσει στην εξομολόγησή μας, στην πραγματικότητα του ζητάμε να δικαιολογήσει τις αμαρτίες μας. Αφού αραδιάζουμε ένα σωρό δικαιολογίες. Όλοι οι άλλοι φταίνε, εκτός από εμάς. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά του «συγχωρώ» από το «δικαιολογώ». Όταν δικαιολογούμαστε στην εξομολόγηση, υποστηρίζουμε στην πραγματικότητα,  ότι δεν αμαρτήσαμε. Άρα δεν ζητάμε συγχώρεση. Έτσι,λοιπόν, όταν λέμε: «ζητώ τη συγχώρηση του Θεού», στην πράξη, είναι σαν να του λέμε «ζητώ από το Θεό να δεχθεί τις δικαιολογίες μου». Μένουμε με την εντύπωση ότι έχουμε μετανοήσει και συγχωρεθεί από το Θεό, ενώ αυτό που έχει γίνει στην ουσία είναι, ότι απλά έχουμε μείνει οι ίδιοι, ικανοποιημένοι από τις δικαιολογίες μας.

Σ’ αυτή την κατάσταση όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας δύο πράγματα:

1. Πρώτα, πρέπει να θυμόμαστε ότι ο Θεός,ξέρει όλες τις πραγματικές δικαιολογίες πολύ καλύτερα από εμάς. Δεν χρειάζεται να έχουμε άγχος, να βρούμε δικαιολογίες, αφού ο Θεός τα γνωρίζει όλα, κι αν υπάρχει δικαιολογία κι αυτή τη γνωρίζει. Άρα τζάμπα σπαταλάμε το χρόνο μας. Πρέπει όμως να φέρουμε κατά την εξομολόγηση ενώπιον του Θεού, αυτό που  δεν χωρά δικαιολογία, την αμαρτία δηλαδή, γι’ αυτή ήρθαμε στο εξομολογητήριο.
2. Το δεύτερο και το πιο σημαντικό, είναι ότι πρέπει να πιστεύουμε πραγματικά και αληθινά στη συγχώρηση των αμαρτιών.Αγχωνόμαστε να βρούμε δικαιολογίες για τις αμαρτίες μας, γιατί δεν πιστεύουμε πραγματικά στην άφεση των αμαρτιών. Δεν πιστεύουμε ότι ο Χριστός θα μας δεχθεί ξανά πίσω. Αυτό όμως το είδαμε στη μετάνοια της Αγίας Μαρίας.

Αυτά για τη συγχώρηση του Θεού σε μας.

Ας έρθουμε και στην περίπτωση που εμείς πρέπει να συγχωρήσουμε τους άλλους.

Βλέπουμε και σ’ αυτή την περίπτωση, ότι δεν είμαστε ειλικρινείς. Όταν συγχωρώ σημαίνει, ότι πρέπει πάση θυσία να εξαλείψω από την καρδιά μου, κάθε γεύση αγανάκτησης, κάθε επιθυμία να υποβιβάσω ή να πληγώσω, ή να ανταποδώσω το κακό στον άλλο. Εδώ το θέμα της δικαιολογίας παίρνει άλλη διάσταση. Ενώ όταν εγώ εξομολογούμαι θέλω να δικαιολογηθώ, ζωτώντας συγχώρηση, όταν χρειάζεται να συγχωρέσω κάποιον άλλο, δεν δέχομαι τη δικαιολογία του.Όταν πρόκειται για μας τους ίδιους, πολύ εύκολα  βρίσκουμε δικαιολογίες. Όταν πρόκειται για άλλους , δεν δεχόμαστε εύκολα τις δικαιολογίες τους.

Το να είσαι όμως χριστιανός σημαίνει, ότι συγχωρείς εκείνο που δεν μπορεί να καλυφθεί από δικαιολογίες, γιατί ο Θεός έχει συγχωρήσει και σ’ ένα εκείνο που δεν καλύπτεται από δικαιολογίες.

Αδελφοί μου, η τήρηση του θελήματος του Θεού δεν είναι θεωρία. Αποδεικνύεται καθημερινά από τον τρόπο που το εντάσσουμε στην κάθε στιγμή της ζωής μας. Η μετάνοια και η εξομολόγηση είναι συνάντηση και συμφιλίωση με το Θεό, από τον οποίο αποκοπήκαμε. Ο Χριστός, μας ονομάζει στο ευαγγέλιό Του φίλους του, αν κάνουμε αυτά που μας παραγγέλει (Ιωαν. 15,14). Είναι πατέρας μας, σύμφωνα με την παραβολή του Ασώτου. Το να ζητάμε τη συγχώρηση από το Θεό και να τη δίνουμε κι εμείς στους συνανθρώπους μας, δεν είναι μια πράξη συνήθειας, ένας τύπος, κάτι που το κάνουμε, αλλά δεν το πιστεύουμε. Είναι το θέλημα του Θεού. Κάτι δύσκολο, που θέλει αγώνα και προσπάθεια. Το να συγχωρείς τις αδιάκοπες προκλήσεις της καθημερινής ζωής, να εξακολουθείς δηλαδή να συγχωρείς την αυταρχική πεθερά, τον κατεξουσιαστικό σύζυγο, την γκρινιάρα γυναίκα, την εγωιστική κόρη, το δόλιο γιό, τον ενοχλητικό γείτονα, τον αχάριστοφίλο, τον εκμεταλλευτή συνάδελφο, ποιος μπορεί να το κάνει; Αυτό είναι δυνατό μόνο αν αληθινά  πράξουμε αυτό που καθημερινά –τυπικά ίσως- λέμε στις προσευχές μας: «συγχώρησε Κύριε τις αμαρτίες μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους έχουν αμαρτήσει απέναντί μας».  Η συγχώρηση του Θεού, προσφέρεται σε όλους μας, μόνο με αυτούς τους όρους. Το να αρνούμαστε να το κάνουμε ,είναι σαν να αρνούμαστε το έλεος του Θεού, σαν να αρνούμαστε, ότι είμαστε χριστιανοί. Ο λόγος του Θεού είναι ξεκάθαρος.                          

Εισήγηση πατρός Γεωργίου Κανακάρη με θέμα τάφη ή καύση των νεκρών; Εκφωνήθηκε στην διαδικτυακή σύναξη νέων την Κυριακή 11/4/2021

ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ Ή ΚΑΥΣΗ ΚΑΙ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ  ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ
του πατρός Γεωργίου Σ. Κανακάρη

    Θα ήθελα να ξεκινήσουμε αυτήν μας την Σύναξη λέγοντάς σας για αρχή κάποια ιστορικά στοιχεία για τις δύο αυτές επιλογές, όσον αναφορά τον Ελλαδικό χώρο, ανεξάρτητα του Χριστιανισμού. Η πρώτη φορά που οι Έλληνες αποφασίζουν να ενταφιάσουν τους νεκρούς τους είναι την εποχή του κυκλαδικού πολιτισμού γύρω στο 3000 π.Χ, ενώ η καύση θα εμφανιστεί στην χώρα μας περίπου κοντά στον 11ο αιώνα π.Χ, η οποία προήλθε από την ανατολή και πιθανών τους Χετταίους και διαδόθηκε στην Ελλάδα από την Μικρά Ασία και διατηρήθηκε σε συνδυασμό με την ταφή ανάλογα με την ιστορική περίοδο και την περιοχή. Αυτό κράτησε έως του Χριστιανικούς χρόνους όπου ο ενταφιασμός γίνεται η μόνη πρακτική κήδευσης.

    Τώρα ας ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στην προσέγγιση αυτών των δυο πρακτικών. Τί σήμαινε και από τί αποτελούνταν το κάθε ένα;

    Ας αρχίσουμε με τη γνωστή σε όλους μας ταφή. Η ταφή, από τα αρχαία χρόνια, έχει τελετουργικό το οποίο το μόνο που δείχνει είναι ο σεβασμός ως προς το νεκρό. Ξεκινούσε από την πρόθεση του νεκρού και τον θρήνο του,αυτό που λέμε εμείς οι Χριστιανοί προσκύνημα και μοιρολόι,(γνωρίζουν οι παλαιότεροι), συνέχιζε με την εκφορά και τον ενταφιασμό του δηλαδή την τελετουργική μεταφορά του νεκρού και την ταφή και τελείωνε με το περίδειπνο το οποίο ήταν το δείπνο που έδιναν συγγενείς και φίλοι προς τιμήν του νεκρού.

    Στην αντίπερα όχθη, για αυτούς που ρίχθηκαν στην πυρά, το τελετουργικό περιλάμβανε κορμούς όπου τοποθετούσαν το νεκρό και κατά τη διάρκεια έριχναν στη φωτιά μέλι, αρνιά, βόδια κ.α. Συνήθιζανόμως, όπως συναντάμε σε κάποιες αναφορές, τα καμένα οστά να τοποθετούνται σε πήλινα δοχεία και να θάβονται στο χώμα. Αυτό κατευθύνει την σκέψη μας αμέσως στη ρήση που δεν σχετίζεται με τους αρχαίους Έλληνες αλλά αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη και συγκεκριμένα στο βιβλίο της Γενέσεως και είναι τα λόγια του Θεού προς τον Αδάμ “Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει” που σημαίνει ότι ο άνθρωπος από χώμα είναι και θα καταλήξει στοχώμα. Ακόμα και εκεί δηλαδή, βλέπουμε την ανάγκη των ανθρώπων να καταλήξουν ακριβώς εκεί από όπου ξεκίνησαν.

   Αφού είδαμε πως αντιμετώπιζαν στην αρχαία Ελλάδα τους νεκρούς θα ήθελα να επισημάνω και μια διαφορετική οπτική της καύσης. Την καύση την συναντάμε στην Παλαιά Διαθήκη σε αυτά τα χωρία της Αγίας Γραφής (Γενέσεως κεφ.38,στοιχ.24. Λευιτικόν κεφ.20,στοιχ.14. Λευιτικόν κεφ.21,στοιχ.9. Ιησούς του Ναυή – κεφ.7,στοιχ. 15. Αμώς – κεφ.2,στοιχ.1. Α’ ΒασιλειώνΚεφ.31,στοιχ.12-13) ως βαριά τιμωρία, ως εκδικητική πράξη και ως λύση έσχατης ανάγκης.Δεν πρέπει πάντως να διαφύγει της προσοχής μας ότι οι περισσότερες των παραπάνω περιπτώσεων αναφέρονται σε καύσεις ζώντων, με εξαίρεση εκείνη στο βιβλίο του Αμώς.

Ιδιαίτερα για εμάς τους Χριστιανούς, αυτή η πράξη χαρακτηρίζεται ως απάνθρωπη, βάρβαρη αλλά και ανοίκεια προς τα Χριστιανικά ιδεώδη. Αυτή ηάποψη καταγράφεται σε πολλά πατερικά κείμενα όπως για παράδειγμα στου Αγίου Νικοδήμου όταν σχολίαζε τον 66ο κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου και μας λέει πως αυτοί οι οποίοι κάνουν λόγο για τυμβωρυχία και για καύση των νεκρών πρέπει να επιτιμώνται ως φονιάδες, καταδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο το αποτρόπαιον της πράξης της καύσης.

   Θα ήθελα τώρα σιγά σιγά να προσεγγίσουμε το ζήτημα αυτό ως Χριστιανοί ορθόδοξοι και όχι ως απλοί παρατηρητές, θέτοντάς σας τρία ερωτήματα προς σκέψη:

1)Τί είναι είναι για εμάς τελικά κάποιος που έχει αφήσει αυτόν τον κόσμο;

2)Τί είναι αυτό που πιστεύουμε για την μεταθανάτια ζωή;

3)Και τελικά: Πιστεύουμε πραγματικά στην Ανάσταση;
 

 Συνηθίζουμε εμείς οι Χριστιανοί να λέμε ότι ο άνθρωπος «κοιμήθηκε» αντί να πούμε ότι πέθανε το οποίο στα αυτιά μας θα ηχούσε ως το τέλος της ύπαρξής του. Αυτό συμβαίνει γιατί πιστεύουμε βαθιά μέσα μας στην Ανάσταση! Δηλαδή, όταν έρθει η Δευτέρα Παρουσία, θα αναστηθούμε ή θα ξυπνήσουμε, αν θέλετε, όλοι μας από τους νεκρούς. Άρα για ποιο δίλημμα μιλάμε; Θα διαλέγαμε ποτέ να πάρουμε τον άνθρωπο μας που κοιμάται και να τον κάψουμε; Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνούσαμε πως όχι! Σε αυτό έρχεται να συνηγορήσει και ο Ιερός Χρυσόστομος ο οποίος σημειώνει σχετικά: «επειδή… ήλθεν Χριστός, και υπέρ της ζωής του κόσμου απέθανεν, ουκέτι θάνατος καλείται ο θάνατος, αλλά ύπνος και κοίμησις» και συνεχίζει: «δια τούτο και αυτός ο τόπος (εννοεί το νεκροταφείο) κοιμητήριον ωνόμασται, ίνα μάθης ότι οι τετελευτηκότες και ενταύθα κείμενοι, ου τεθνήκασιν, αλλά κοιμώνται και καθεύδουσιν».

   Τα οστά, σύμφωνα πάλι σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο, διατηρούν ζωντανή την βιολογική ταυτότητα του νεκρού. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, δεν καταργείται η υπόσταση. Προέκταση της πραγματικότητας αυτής, είναι το γεγονός, ότι η ψυχή γνωρίζει τα μέλη της παρά το χωρισμό της από το σώμα, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Τα οστά για εμάς τους πιστούς είναι ιερά και τυγχάνουν σεβασμού και τα θεωρούμε “λείψανα” δηλαδή ότι μας έχει απομείνει.

   Για παράγειγμα, τα λείψανα των Αγίων μας πάντοτε τύχγαναν ιδιαίτερης τιμής και ευλάβειας διότι σε αυτά αναγνωρίζουμε τη χάρη του Θεού, η οποία παραμένει στα σώματα και μετά το θάνατο και τα κάνει να μυροβλύζουν και να ευωδιάζουν, να επιτελούν θαύματα και να αγιάζουν τον τόπο και όσους βρίσκονται σε αυτόν, σύμφωνα με τονΜεγάλο Βασίλειο.

   Θέλω όμως να αναλογιστούμε τί θα είχε συμβεί αν είχαμε κάψει τους αγίους μας;
   Ας δούμε και μία ακόμα οπτική του θέματος. Αυτή των διωκτών των Χριστιανών.  Για παράδειγμα, στις περιπτώσεις του πολιούχου μας Τιμίου Προδρόμου και του προφήτου Ελισσαίου μετά από μαρτυρία των Ροδίου Ιωάννου και Δοσίθεου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, ο αυτοκράτορας Ιουλιανός εξέδωσε διαταγή να βγάλουν τα οστά τους από τις θήκες που βρίσκονταν και μαζί με ακάθαρτα οστά αλόγων να καούν και την σκόνη τους να την ρίξουν στον αέρα για να είναι σίγουρος πως οι Χριστιανοί δεν θα μπορούσαν να τα ξεχωρίσουν και να τα μαζέψουν,ώστε να μπορούν να αποδόσουν τιμές στους Αγίους. Αυτό καταδεικνύει την αθέλητη ομολογία του Ιουλιανού Αυτοκράτορα για την “δύναμη” των οστών των Αγίων μας.
   Υπάρχει όμως και ένας ακόμα λόγος που οι διώκτες του Χριστιανισμού αποτέφρωναν την σορό του μάρτυρα και συνδέεται με την ανάσταση των νεκρών. Ενδεικτικός ως προς αυτό, είναι ο λόγος του ιστορικού Ευσεβίου Καισαρείας ο οποίος σημειώνει:

  “Τὰ οὖν σώματα τῶν μαρτύρων,… μετέπειτα καέντα καὶ αἰθαλωθέντα ὑπὸ τῶν ἀνόμων κατεσαρώθη εἰς τὸν Ῥοδανὸν ποταμὸν πλησίον παραρρέοντα, ὅπως μηδὲ λείψανον αὐτῶν φαίνηται ἐπὶ τῆς γῆς ἔτι. Καὶ ταῦτα ἔπραττον ὡς δυνάμενοι νικῆσαι τὸν Θεὸν καὶ ἀφελέσθαι αὐτῶν τὴν παλιγγενεσίαν, ἵνα, ὡς ἔλεγον ἐκεῖνοι, «μηδὲ ἐλπίδα σχῶσιν ἀναστάσεως».

   Πίστευαν δηλαδή οι διώκτες, ότι με την καύση απέτρεπαν την ανάσταση! Τέτοιο φόβο είχαν και μόνο στην σκέψη του δώρου που μας έδωσε απλόχερα ο Ιησούς Χριστός! Βέβαια η διδασκαλία της Εκκλησίας μας έρχεται να τους διαψεύσει στο θέμα της αποτροπής της αναστάσεως ξεχωρίζοντας την διφυή φύση του ανθρώπου:σώμα και ψυχή.

   Συμπερασματικά κάποιος θα μπορούσε να διατυπώσει ότι η ανάσταση αποτελεί «αναφαίρετη δωρεά», προίκα του Θεού προς τον άνθρωπο εφόσον ο τελευταίος «αναστάσει τετίμηται». Άρα, συμμετέχουν σε αυτήν και όσοι αποτεφρώθηκαν. Η αντίθετη περίπτωση θα αποτελούσε στοιχείο «κολόβωσης» της αγαπητικής αυτής έκφρασης της θεότητας προς τον άνθρωπο. Γίνεται, πάντως, αντιληπτό ότι ανάσταση σε εκείνους που εκούσια αποτεφρώθηκαν, δεν συνεπάγεται δικαίωση της ενέργειας αυτής.

    Άρα η ερώτηση: «Ε, τότε τί πειράζει να καούμε, αφού και πάλι θα αναστηθούμε»; Καθίσταται περιττή για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω και για τον όχι άδικο ισχυρισμό, ότι με την πράξη της καύσης των νεκρών, εκφράζεται απιστία ή ασέβεια.

    Όλα αυτά, μας φέρνουν στο σημείο να καταλάβουμε γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία τοποθετείται αρνητικά ως προς το ζήτημα της καύσης και οριοθετεί την πίστη της υπέρ του ενταφιασμού, όπου τα σώματα καθεύδουν στον τάφο και αναμένουν την ανάσταση, δίνοντας έτσι και μια εξαιρετική σημασία ,όχι μόνο θεολογική αλλά και ψυχολογική, στη θέα των κεκοιμημένων ,των κοιμητηρίων και του μνήματος.

  Στον λεγόμενο δυτικό κόσμο, εκεί που η καύση είναι  συνηθέστερη, οι άνθρωποι τρομάζουν στην ιδέα του θανάτου για αυτό και κάθε φορά που κάποιος πεθαίνει, κοιτούν να ωραιοποιήσουν το γεγονός, μετατρέποντας τα κοιμητήρια σε ωραία πάρκα, τα οποία όπως λένε, δεν υπάρχει λόγος να επισκέπτονται συχνά. Ρίχνουν τις στάχτες του κεκοιμημένου προσώπου τους κάπου μακριά με το πρόσχημα πως δεν επαρκεί ο χώρος. Με όλα αυτά θέλουν να εξαφανίσουν άμεσα ότι τους θυμίζει τον θάνατο.

  Στον Ορθόδοξο χώρο όμως, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Οι συγγενείς και οι φίλοι συγκεντρώνονται γύρω από τον κεκοιμημένο και αγρυπνούν δίπλα του. Για εμάς πλέον δεν είναι μόνο απλά μια ανάμνηση αυτός ο άνθρωπος αλλά συγχωρεμένος- δεδικαιωμένος ακόμα και αν σε αυτή την ζωή είχαμε διαφορές.

   Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Νικόλαος σημειώνει τα εξής:

  «Κηδεία σημαίνει τήν τελευταία καί ἱερότερη φροντίδα μας στόν νεκρό. Ἐτυμολογικά προέρχεται ἡ λέξη ἀπό τό ρῆμα «κήδομαι» φροντίζω. Ὅταν κάποιον θέλεις νά τόν φροντίσεις, τότε οὔτε τήν ἱερότητά του περιορίζεις οὔτε καί τή φυσική ὑπόστασή του λιγοστεύεις. Ἀρνεῖσαι τή βία ἐπάνω του, ὄχι γιά νά μήν  πονέσει τό σῶμα του, ἀλλά γιά νά μήν πονέσει ἡ ψυχή σου.

    Μέ τήν ταφή ὅμως, ὅταν αὐτή γίνεται ὅπως πρέπει, μποροῦν οἱ συγγενεῖς νά πάρουν τεράστια ἐλπίδα·  αἰσθάνονται ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ὑπάρχει, κάπου εἶναι καί κάτι περιμένει·  σίγουρα δέν τέλειωσε. Ὅσο τό σῶμα διατηρεῖται καί δέν  τελειώνει, τόσο καί ἡ αἴσθηση τῆς ψυχῆς συνεχίζει νά ὑπάρχει μέσα μας καί νά μᾶς ὑποβοηθεῖ στήν ἀνάμνησή της. Ἡ ταφή μπορεῖ νά εἶναι ἀρχή ζωῆς, σπορά.

    Κάθε μνημόσυνο, κάθε ἀνάμνηση, κάθε προσευχή, κάθε τρισάγιο, κάθε ψυχοσάββατο εἶναι ἕνα πότισμα σ’ αὐτούς τούς σπόρους πού ὑπάρχουν μέσα στή  γῆ, στούς κήπους, στά περιβόλια τῶν κοιμητηρίων. Ἡ Ἐκκλησία μας φυτεύει κάθε σῶμα μέ ἱερά αἰσθήματα, ὄχι μόνο ἀνθρώπινα, ἀλλά κατ’ ἐξοχήν πνευματικά καί ἐκεῖ ἐναποθέτει ὅλη της τήν πίστη καί ὅλη μας τήν ἐλπίδα στήν αἰωνιότητα καί στήν ἀνάσταση κατεβάζοντας τόν κάθε σπόρο, τό κάθε σῶμα, μέσα στά σπλάγχνα τῆς γῆς. Ἄν τά καίγαμε τά σποράκια, ὅσο νερό καί νά ρίχναμε ἀπό πάνω ποτέ δέν θά βλάσταινε.

    Γιά τήν Ἐκκλησία δέν εἶναι πτώματα τά νεκρά σώματα. Οὔτε εἶναι κόκκαλα τά ἀπομεινάρια τῶν λειωμένων πτωμάτων. Γιά τήν κοινωνία μπορεῖ νά εἶναι κάτι τετοιο ἤ νά εἶναι ὀστᾶ. Γιά μᾶς ὑπάρχει ἡ ἱερή λέξη λείψανα· αὐτή περιγράφει τήν οὐσία τους, διότι αὐτή ὑπογραμμίζει τήν ὕπαρξη τῆς ψυχῆς καί τήν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεώς της».

  Τα κοιμητήρια λοιπόν για εμάς είναι ένας τόπος διδασκαλίας και μνήμης, ψυχοθεραπείας αν θέλετε. Μας διδάσκουν κάθε φορά που τα επισκεπτόμαστε τα όρια της ανθρώπινης εδώ ζωής και μας κάνουν να κατανοούμε αυτό που ψέλνουμε στην εξόδιο ακολουθία: «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα…»
  Ας μην ξεχνάμε λοιπόν ότι το πρόσωπο και κάθε μέλος του σώματος θεωρείται ιερό στην Ορθόδοξη Θεολογία και Παράδοση. Το σώμα του ανθρώπου ,το οποίο καθαγιάζεται με το βάπτισμα και τα λοιπά ιερά Μυστήρια,είναι αγιασμένος ναός του Θεού, κατά τον Απόστολο Παύλο. Ἡ ψυχή δέν εἶναι οὔτε φαντασία οὔτε ἀφηρημένη ἔννοια. Εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου.  Ἔχει τέτοια δύναμη καί τόση ζωή πού δέν μπορεῖ νά ἐξαντλήση τά ἀποθέματα της σ’ αὐτή τή ζωή·  γι αὐτό καί δέν μπορεῖ παρά νά ζεῖ αἰώνια.
 

  Συνεπώς,κανείς Ορθόδοξος Χριστιανός δεν έχει το δικαίωμα να συμπεριφέρεται στο σώμα του με τρόπο που δεν επιδεικνύει σεβασμό,αλλά αντίθετα το φθείρει.

 

  Εύχομαι να έγιναν κατανοητά ότι ειπώθηκε παραπάνω. Ότι δηλαδή, ο κάθε άνθρωπος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να επιλέγει και τον τρόπο που ζει αλλά και που θα πεθάνει, αλλά για να μπορεί να λέγεται Ορθόδοξος Χριστιανός οφείλει να ζει και να πεθαίνει σύμφωνα με το δρόμο που μας δίδαξε ο Κύριος μας Ιησούς Χρίστος και οι Άγιοι Πατέρες.
  Γι’ αυτό το λόγο μπαίνουμε σε σκέψεις διαβάζοντας και την εξόδιο Ακολουθία,αναρωτιόμαστε γιατί κάποιοι άνθρωποι φτάνουν σε αυτό το αντιφατικό σημείο να θέλουν να αποτεφρωθούν, αλλά ταυτόχρωνα να ψαλεί η σχετική αυτή Ακολουθία, όπου γίνεται λόγος για «μνήμα», «οστά γεγυμνωμένα,για την εικόνα του Θεού «εν τοις τάφοις κειμένην» τα οποία είναι αντίθετα με την αποτέφρωση.
  Ίσως φταίμε εμείς οι ιερείς που δεν δίνουμε στους ανθρώπους να καταλάβουν ότι ἡ καύση των νεκρών δέν είναι δογματικό θέμα. Κάθε τί όμως που έχει νά κάνει με τόν άνθρωπο, την ψυχή του και τηνισόρροπη σχέση τους, αναφέρεται στο δόγμα της ενανθρωπήσεως, την αιώνια ζωή καί τηθεανθρώπινη δυνατότητά του. Μπορεί να μην υπάρχει δογματική διατύπωση, σίγουρα όμως υπάρχει δογματική αλήθεια. Δόγμα δέν είναι μιαδιατύπωση που δεν μας επιτρέπεται να παραβούμε, αλλά μια αλήθεια που μας είναι απαραίτητη για ναεξαγιασθούμε.Ίσως όμως και να φταίμε και σαν κοινωνία που δεν ενδιαφερόμαστε να μάθουμε το λόγο που κάνουμε διάφορα πράγματα στη ζωή μας αλλά και στο θάνατό μας,ή ίσως έτσι να είναι και η ανικανοποίητη φύση του ανθρώπου, που ότι και να του δώσεις,τελικά αυτό που θα θέλει, θα είναι αυτό που δεν έχει. Μάλλον όλα τα παραπάνω…

 

    Ως συμπέρασμα λοιπόν, καταλήγουμε λέγωντας πως ο σύγχρονος άνθρωπος αφού έχασε την επαφή του με το Θεό, αρχίζει να ξεχνάει το αιώνιο και το μετά από εδώ. Αρνείται να σκεφτεί την ζωή που δεν μπορεί να δει, και να καταλάβει ότι τα δεσμά αυτού του κόσμου σπάνε μόνο κάτω από την πίεση της αιώνιας αλήθειας. Αυτή η αυτοκαταστροφικότητά του έχει ως αποτέλεσμα να καίει τα δάση του, να καίει τις περιουσίες του και τώρα να καίει το σώμα του αφήνοντας πίσω του ένα ρημαγμένο «τίποτα».

   Γι αυτό, αδελφοί μου, ας μην ξεχνάμε αυτά που με αγάπη ο Θεός εδημιούργησε, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου. Να ξεκινήσουμε να του φερόμαστε και εμείς με την ίδια αγάπη καθόλη την διάρκεια της ζωής μας, όπως και να μεριμνούμε ώστε να είμαστε έτοιμοι για την αιώνια ζωή. Με τις πράξεις μας εδώ, σε τούτο τον κόσμο, να δείχνουμε πως ετοιμαζόμαστε για να υποδεχτούμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό όταν θα έλθει «κρίναι ζώντας και νεκρούς,οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος…»

 

 

 

Πηγές:

1) Δρ. Εμμανουήλ Κ. Δουνδουλάκη «Η καύση των νεκρών εξ επόψεως Ορθοδόξου» ΕΚΔΟΣΕΙΣ“Γρηγόρη”.

2) Διαδίκτυο.

Νέα ενοριακή έκδοση !

Σας παρουσιάζουμε την νέα ενοριακή έκδοση με τίτλο « Απροσδόκητες ΕπιΣκέψεις» από τις εκδόσεις «Σαΐτη»

Περιέχει σκέψεις σε έμμετρο και πεζό λόγο υπό τύπου ημερολογίου, κείμενα του  π. Χριστοφόρου από την τακτική διαδικτυακή επικοινωνία με την ομάδα νέων κατά την ιδιαίτερη αυτή χρόνια που πέρασε το 2020.

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ

Πνευματικός προγραμματισμός

Πολλοί με ρωτούν τί θα πρέπει να κάνουν στην καθημερινότητά τους για να μπουν σε μια πνευματική τροχιά αυτό που λέμε πνευματική ζωή. Ζητούν συγκεκριμένο πρόγραμμα και τρόπους με τους οποίους θα ζήσουν την πίστη στο Χριστο πιο εσωτερικά – εμπειρικά και θα έχουν καρπούς και αποτελέσματα ορατά.

Τους απαντώ συνήθως πως ο πνευματικός δεν είναι «life coach » ούτε «personal trainer» και πως η πνευματική ζωή είναι συνεργασία ανθρώπου και Θεού στο πνεύμα της αγάπης και της ελευθερίας (όχι ελευθεριότητας).

Ας προσπαθήσω, λοιπόν, για να μην αρνούμαι συνεχώς μια απάντηση, να οριοθετήσω κάπως τα πράγματα. Δε θα ωφελήσει κανέναν η παρερμηνεία των γραφομένων μου με το να τα εκλάβετε ως «κανόνες πνευματικής ζωης» αλλά ως μια ιδέα, ως μια αρχή και κάποιες βάσεις για να ζήσουμε αυτό που πιστεύουμε και να πιστεύουμε αυτό που ζούμε ή επιθυμούμε να ζήσουμε. Κέντρο, αφορμή, αρχή και τέλος όλων είναι ο Χριστος και η εν Χριστω ΑΙΩΝΙΑ ζωή.

Τρεις τομείς είναι οι βασικοί για την πνευματική καθημερινή ζωή, τους οποίους εν συντομία θα σας παρουσιάσω.

1. Νηστεία
2. Λειτουργική ζωή , μετοχή στα ιερά μυστήρια
3. Προσωπική προσπάθεια , προσωπικός καθημερινός αγώνας.

1. Νηστεία

Τις μέρες νηστείας του έτους θα τους βρείτε και στο διαδίκτυο και σε διαφορα εκκλησιαστικά ημερολόγια και σχετικά βιβλία.

Δεν θα μιλήσω εδώ για τις ωφέλειες της νηστείας. Θα κάνω ένα σχόλιο και θα πω πως γενικώς δεν υπάρχει άμεση σύνδεση νηστείας και θείας κοινωνίας. Ούτε το δίπολο ισχύει : «νηστεύω άρα μπορώ να κοινωνήσω». Αυτό είναι ένα θέμα συζήτησης για κάποια άλλη ευκαιρία .

Α. Όσοι τηρούν όλες τις νηστείας του έτους καλό και άγιο έργο και αγώνισμα επιτελούν! Αλλά αν το τελειοποιήσουν με την εν γενεί (σε όλη τους την συμπεριφορά και βιοτή) πνευματική προσπάθεια.

Β. Θέματα υγείας- λήψη φαρμακευτικής αγωγής.

Πολλοί έχουν θέματα υγείας πεπτικού συστήματος, αιματολογικά κ.λ.π. για τα οποία χρειάζεται ειδική δίαιτα για να είναι υπό έλεγχο. Σεβαστό και κατανοητό. Η νηστεία τότε σχετικοποιειται. Αν θέλουν να νηστέψουν ας συζητήσουν με τον πνευματικό τους πατέρα. Ούτε καθόλου νηστεία,ούτε νηστεία πάση θυσία. Τα άκρα αν τα ακολουθήσουμε θα το πληρώσουμε ακριβά και δεν μας αξίζει. Και αυτό το θέμα έχει πολλές προς συζήτηση πτυχές.

Γ. Για όσους δεν καταλαβαίνουν γιατί να νηστεύσουν.

Αυτοί στηρίζονται στα λόγια του Χριστού πως τα «εκπορευόμενα» κοινούν (εκθέτουν) τον άνθρωπο (κατά Ματθαίον κεφ. 15 στίχος 11) και όχι οι τροφές (εισπορευόμενα) ή «τα εισερχόμενα» όπως συνηθίζουν να λένε. Είναι παρερμηνεία του χωρίου(=στίχου) αυτού της Καινής Διαθήκης να συμπεραίνουμε πως δεν χρειάζεται η νηστεία. Γιατί λοιπόν να νηστεύω; Επειδή κάνω ΕΛΕΥΘΕΡΑ υπακοή στη μητέρα μας Εκκλησία που μας προτείνει την νηστεία για ψυχοσωματική άσκηση και ωφέλεια στο γενικότερο πλαίσιο της μετανοίας και της ταπείνωσης.
Δεν υπάρχει άλλη απάντηση.

Δ. Για όσους θέλουν να νηστεύσουν και δεν έχουν κάνει ακόμη αρχή. Δεν ξέρουν πώς να αρχίσουν. Διαβάζουν για τις μέρες νηστείας· τους φαίνονται πολλές. Δεν το έχουν συνηθίσει,  δεν το κατέχουν, σκέφτονται τη φασαρία  να ετοιμάζουν ξεχωριστά φαγητα στην οικογένεια, δυσκολεύονται πρακτικά πως να το ανακοινώσουν στους οικείους τους, δεν είναι και πολύ σίγουροι κλπ.  Σέβομαι και κατανοώ απόλυτα όλα αυτά. Πρακτικά, θα τους έλεγα, (αν δε θέλουν να ρωτήσουν πνευματικό γιατί δεν εξομολογούνται αφού δεν θέλουν ή δεν ήρθε γι’ αυτούς η κατάλληλη στιγμή),τότε
να αρχίσουν την νηστεία σιγά σιγά. Πρώτα να μην τρώνε κρέας Τετάρτες και Παρασκευές. Ύστερα να μην τρώνε κανένα αρτύσιμο τις Παρασκευές και κατόπιν να νηστεύουν λίγες μέρες τις Σαρακοστής π.χ. την πρώτη και την τελευταία εβδομάδα. Επίσης μια μορφή νηστείας είναι να στερηθούμε (κατά τις μέρες της νηστείας) αυτά που μας ευχαριστούν και μας γίνονται σιγά σιγά και ανεπαίσθητα πάθος: ποτό, τσιγάρο, θέαση θεαμάτων που μας διεγείρουν την φαντασία προς τα σαρκικά πάθη, άσκοπο ξενύχτι, κουτσομπολιό και αργολογία (πολλά και ανούσια λόγια), ακατάσχετη χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Ε. Το να απαντήσω στην πολύ συχνή ερώτηση: «Όταν κάποιος δεν θέλει να εξομολογηθεί και δεν νηστεύει τις καθιερωμένες ημέρες νηστείας, θέλει όμως να κοινωνήσει περιστασιακώς {σε κάποιο μνημόσυνο «που τον έχουν καλέσει»(!!!) στη γιορτή του , Πάσχα , Χριστούγεννα και άλλες εορτές} πόσο να νηστέψει, πριν πόσες μέρες, πόσες το κρέας πόσες το ψάρι, πόσες το λάδι…»; είναι εύκολο.

Η απάντηση είναι μία και μοναδική: «Πράξε κατά συνείδηση».

Οποιαδήποτε άλλη απάντηση σε τέτοια περίπτωση είναι ανώφελη και εκκλησιαστικώς/πνευματικώς αντιδεοντολογική !

2.Λειτουργική ζωή – Συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια

Λειτουργική ζωή δεν είναι μόνο η θεία λειτουργία Κυριακών, εορτών ή οι κοινωνικές υποχρεώσεις,κηδείες, μνημόσυνα , γάμοι, βαπτίσεις.
Είναι κάθε φορά που χτυπά η καμπάνα. Η καμπάνα των εκκλησιών μας μας  καλούν όλους.
Οι τακτικές μοναστηριακές ακολουθίες (που τελούνται στις ιερές μονές, τουλάχιστον σε όσες έχουν πάνω από 3 μοναχούς) είναι κυρίως οι εξής :
Μεσονυκτικό
Όρθρος
Ωρες
Ακόλουθια της τραπέζης (γεύματα)
Θεία Μετάληψη*
θεία Λειτουργία
Παράκληση
Εσπερινός
Απόδειπνο και χαιρετισμοί.

Στις ενορίες τελείται η θεία Λειτουργία των Κυριακών και εορτών, ο εσπερινός σχεδόν καθημερινά, το απόδειπνο περιστασιακώς, οι έκτακτες ακολουθίες: Αγιασμοί, Ευχέλαιο, Παρακλήσεις, και οι αναφερόμενες στην καθημερινότητα και σε περιστάσεις του πιστού (βάπτιση, γάμος, κηδεία, αγιασμοί, εξομολόγηση, χειροτονία κ.α.).

Αν δεν υπάρχει κατήχηση από την νηπιακή/παιδική μας ηλικία, παράδειγμα γονέων και συγγενών, αν δεν μας εμπνεύσει ο εφημέριος της ενορίας μας ή κάποιος άλλος συνάνθρωπός μας είναι πολύ δύσκολο να έχουμε την ευλογημένη συνήθεια του τακτικού εκκλησιασμού. Συνήθως ο εκκλησιασμός μας γίνεται περιστασιακά, καμμιά εικοσαριά φορές τον χρόνο, για να γιορτάσουμε συνήθως κάποιο ιερό γεγονός ή από κοινωνική υποχρέωση.

Εκκλησιασμός της Κυριακής

Μια καλή αρχή είναι το να προγραμματίσουμε ώστε να λειτουργούμαστε δύο Κυριακές το μήνα τουλάχιστον και να συμμετέχουμε σε μερικές από τις ακολουθίες των καθημερινών π.χ. σε 2-3 καθημερινούς εσπερινούς το μήνα ή άλλες ιερές ακολουθίες εκτός εορτών (άρα με μη επίσημο χαρακτήρα). Η συμμετοχή μας θα ανεβάσει αυτόματα και την ποιότητα της τελέσεως των ακολουθιών, θα αρχίσει να υπάρχει ενδιαφέρον. Από αγιοπνευματικής καθαρά απόψεως, θα μάθουμε πολλά πράγματα. Θα εξασκηθούμε στην εκκλησιαστική ελληνική μας γλώσσα, στα υψηλά νοήματα των ύμνων. Θα τα αισθανόμαστε δικά μας λόγια, όχι λόγια ιερά μεν, αλλά ακαταλαβίστικα και ξένα με τον συνήθη τρόπο σκέψης και έκφρασής μας. Όταν λέμε πως εκκλησιαζόμαστε την Κυριακή δεν εννοούμε το να προσερχόμαστε 9:15 και μετά στο ναό, αλλά το αργότερο 8:30 το πρωί. Εκτός αν είμαστε γονείς παιδιών πριν την εφηβεία. Αν για κάποια εύλογη αιτία καθυστερήσουμε, ο Χριστός μας περιμένει ακόμη και την 11η ώρα (σύμφωνα τον κατηχητικό λόγο του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου που διαβάζουμε το Πάσχα).
Αν πράγματι θέλουμε να προσέλθουμε εγκαίρως στον ναό το πρωί και να δώσουμε στο Θεό την σωματική και ψυχική παρουσία μας, προετοιμαζόμαστε από την παραμονή του εκκλησιασμού. Κοιμόμαστε νωρίς, δεν ξενυχτάμε, δεν τρώμε βαριά, προσευχόμαστε, μελετάμε τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο της αυριανής μέρας, προσπαθούμε να είμαστε ήρεμοι με τους οικείους μας. Γενικά χρειάζεται να ξεβολευτούμε γιατί τίποτε καλό δεν κατακτάται άκοπα και αυτόματα.

Πρόσφορο

Προσκομίζουμε το πρόσφορο στο ναό από την προηγούμενη μέρα στον εσπερινό. Το ετοιμάζουμε μόνοι μας ή έστω το αγοράζουμε από το φούρνο. Το προσφέρουμε τυλιγμένο σε λευκή πετσέτα κι όχι σε αλουμινόχαρτό ή χαρτί περιτυλίγματος. Ευχής έργο θα είναι να πηγαίνει στο ναό ένα πρόσφορο το μήνα κ ά θ ε οικογένεια με τα ονόματα υπέρ υγείας και υπέρ αναπαύσεως σε ξεχωριστά χαρτιά, μια φιάλη ελαιόλαδο και να μετέχουμε στην αγορά θυμιάματος, νάματος και άλλων ειδών που χρησιμοποιούνται στη θεία Λατρεία, τα οποία αγοράζει η ενορία.

Μια επίκαιρη ερώτηση είναι πόσο συχνά μπορούμε να κοινωνούμε. Η απάντηση είναι η εξης :
Αν δεν θέλεις να υποτάξεις το εγώ σου σε έναν πνευματικό καθοδηγητή- εξομολόγο και είσαι σύμβουλος του εαυτού σου, τότε πράξε κατά συνείδηση και μην ρωτάς κανέναν. Αφού δεν σε απασχολεί να μάθεις απλά να ζητάς εύκολες απαντήσεις.
Η θεία Λειτουργία γίνεται πάντα για να κοινωνούμε, να μετέχουμε, όπως το ευχέλαιο για να χρισθούμε, ο αγιασμός για να αγιασθούμε και να πιούμε κ.ο.

 

3. Προσωπική προσπάθεια – προσωπικός πνευματικός αγώνας

Εδώ κρίνονται πολλά, αν όχι όλα, στην πνευματική μας πορεία. Ας εξετάσουμε πώς  σκεφτόμαστε για τον Θεό, πως εκδηλώνουμε την αγάπη μας γι’ Αυτόν , πώς Τον καταλαβαίνουμε, πώς Τον αντιλαμβανόμαστε μόνοι μας, εσωτερικά, στον εσωτερικό μας κόσμο όπου όλα είναι «γυμνά» και ξεκάθαρα .
Να διευκρινήσουμε στο σημείο αυτό  πως  τα πράγματα και η αντίληψη μας για τον Θεό, τον κόσμο και τον εαυτό μας είναι ξεκάθαρα μόνο όταν  έχουμε την αυτογνωσία.  Όταν η  συνείδησή μας είναι αναπτυγμένη ή αναπτυσσόμενη. Όταν καλλιεργούμε γενικά την προσωπικότητά μας , δεν αδρανούμε γινόμενοι έρμαια ( ευάλωτοι) των συναισθημάτων και των εκάστοτε περιστάσεων.

Πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα του Θεού;
Ο Θεός είναι ο πατέρας μας; Είναι το υπέρτατο ον που εμείς δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε; Είναι Αυτός που θέλει να τον εξευμενίζουμε και να τον δωροδοκούμε με προσφορές και τάματα για να μη μας τιμωρήσει και για μας συγχωρήσει; Είναι τιμωρός, είναι δικαστής; Είναι κάτι το απρόσωπο και απροσδιόριστο που δεν μπορούμε να Τον αντιληφθούμε σε καμμία περίπτωση και αμφιβάλλουμε τελικά αν υπάρχει ή εμείς του δίνουμε «σάρκα και οστά» προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τα αδιέξοδα της φθοράς , της ασθένειας, του θανάτου, της αδικίας, της αποτυχίας;

Τί από όλα αυτά είναι για εμάς ο Θεός ;

Αν δώσουμε μια απάντηση σε όλα τα παραπάνω, τότε έχει νόημα να μιλήσουμε για προγραμματισμό στην αγιοπνευματική μας ζωή.

Αφού , λοιπόν, έχουμε ξεκαθαρίσει μέσα μας ποιός είναι ο Θεός που πιστεύουμε και για εμάς  είναι: Τριαδικός, Προσωπικός, Πατέρας, Δημιουργός, Παρών στα Ιερά Μυστήρια, Δημιουργός και Κεφαλή της Εκκλησίας, Αγάπη,  Συγχώρηση, Αιωνιότητα, Ανάσταση, αφού έχουμε προσεγγίσει νοηματικά και βιωματικά με όσες δυνάμεις διαθέτουμε το μυστήριο του Θεού ΤΟΤΕ έχει νόημα η δική μας προσπάθεια.

Ας αγαπήσουμε εσωτερικά μέσα μας τον Θεό!  Τότε  θα έχει νόημα να θελήσουμε να ενωθούμε μαζί Του! Να εκφράσουμε την αγάπη μας προς Αυτόν με την προσευχή μας.

Πιο συγκεκριμένα και πρακτικά:

Πρωινή προσευχή

Αυτή που αναφέρουν τα προσευχητάρια. Αφιερώνουμε πέντε λεπτά της ώρας εμπρός στις ιερές εικόνες μας,  μόλις ξυπνήσουμε και πριν πάρουμε το πρωινό μας. Τρώμε μικρό τεμάχιο  αντίδωρο που φροντίζουμε να έχουμε  από προηγούμενη Θεία Λειτουργία, πίνουμε αγιασμό. Κάνουμε σωστά το Σταυρό μας. Όχι γρήγορα και νευρικά.

Στο φαγητό

Το μεσημέρι,  πριν το φαγητό, κάνουμε την προσευχή της τραπέζης και μετά το φαγητό διαβάζουμε την ευχαριστία όπως υπάρχει στο προσευχητάρι. Ή έστω κάνουμε τον Σταυρό μας πριν φάμε και μετά το φαγητό και λέμε : Δόξα τω Θεω !

Εσπερινός

Το απόγευμα διαβάζεται ο Εσπερινός. Αν δεν μπορούμε για διάφορους λόγους (εργασία, διάφορες επείγουσες δουλειές, δεν έχουμε τα σχετικά βιβλία, δεν το έχουμε συνηθίσει κ.α.) να κάνουμε τον εσπερινό ή να παρευρεθούμε στο ναό, περιστασιακώς , όταν μπορούμε, να θυμιάζουμε το σπίτι μας και να ανάβουμε το καντήλι μας ή ένα αγνό μελισοκέρι.

Βραδινή προσευχή

Το βράδυ πριν κοιμηθούμε διαβάζουμε το μικρό ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ και τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Αν πάλι δεν τα καταφέρουμε, προσευχόμαστε με το κομποσχοίνι ή χωρίς αυτό, λέγοντας
Το: Δόξα σοι ο Θεός!
Το : Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλόν ή την αμαρτωλήν!
Το : Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς!

Ψάλουμε το απολυτίκιο του Προδρόμου και Πολιούχου μας.

Διαβάζουμε κάποιες ευχές από το ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ όπως το «Και δος ημίν Δέσποτα» και το «Άγιε Άγγελε».
Προσευχόμαστε μετά με δικά μας λόγια, ό,τι μπορεί να βγάλει η ψυχή μας προς τον Δημιουργό μας .
Σε διάφορα βιβλία και κηρύγματα θα έχετε δει άλλες προσευχές, προγράμματα προσευχής κλπ. που μπορεί να σας φαίνονται πιο καλά και πιο ταιριαστά σε σας. Πράξτε κατά βούληση.

 

Μελέτη Αγίας Γραφής

Κάθε μέρα διαβάζουμε τουλάχιστον μισό κεφάλαιο από την Καινή ή την Παλαιά Διαθήκη .
Ας προτιμήσουμε την Καινή Διαθήκη αν δεν έχουμε τις προϋποθέσεις ακόμη να προσεγγίσουμε το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης. Τις Γραφές είναι καλύτερα να τις διαβάζουμε από βιβλίο και όχι από ηλεκτρονικά μέσα σε ήσυχη μεριά του σπιτιού και ήσυχη στιγμή της μέρας (καλύτερα πρωί), το αρχαίο κείμενο και την μετάφραση.
Σε διάστημα δύο χρόνων, με το πρόγραμμα της ανάγνωσης μισού κεφαλαίου την ημέρα,  κρατώντας αν θέλουμε σημειώσεις με απορίες ή σημεία που μας κίνησαν το ενδιαφέρον, θα έχουμε διαβάσει και μελετήσει ικανοποιητικά την Καινή Διαθήκη και θα ανοίξει μπροστά μας ένας νέος κόσμος νοημάτων και αξιών που δεν τον είχαμε ποτέ φανταστεί.

Εξομολόγηση

Η σχέση μας με τον πνευματικό

 

Ελεύθερα και αβίαστα όπως είπαμε προσερχόμαστε στην εξομολόγηση αφού έχουμε επιλέξει πνευματικό πατέρα. Καίρια επιλογή για τη ζωή μας! Χωρίς πνευματικό κάνουμε «ερασιτεχνισμούς» με την πνευματική μας προκοπή. Δεν βγάζει  πουθενά αυτή η τακτική, πιστέψτε με. Με τον πνευματικό μας πατέρα που, όπως είπαμε,  εμείς θα επιλέξουμε και θα εξομολογούμαστε όποτε το έχουμε ανάγκη. Ενδεικτικώς αναφέρω πως η εξομολόγηση ωφελεί όταν γίνεται όχι περισσότερο από μια φορά τον μήνα και όχι λιγότερο από μια φορά το χρόνο.
Εκεί, στο εξομολογητήριο, ρυθμίζονται όλα όσα μέχρι τώρα έγραψα με τον καλύτερο και πλέον επικαιροποιημένο και εξειδικευμένο / προσωποποιημένο τρόπο. Ο πνευματικός μας, αφού τον ρωτήσουμε σχετικώς εκδηλώνοντας ενδιαφέρον για την κατάρτισή μας,  θα μας συστήσει και βιβλία πνευματικής οικοδομής προσαρμοσμένα και κατάλληλα για την πνευματική και μορφωτική μας κατάσταση  και έτσι θα προοδεύσουμε. Το εύχομαι και προσεύχομαι γι αυτό!

Διαπίστωση

Είναι απορίας άξιον  το γεγονός ιερείς, ιεροψάλτες, εκκλησιαστικοί συνεργάτες να έχουν χρόνια ολόκληρα ή μεγάλα διαστήματα να εξομολογηθούν, κάποιοι από αυτούς μπορεί και ποτέ! Πού πάμε χωρίς εξομολόγηση αδελφοί μου; Με ποιό «δικαίωμα» απορρίπτουμε ένα από τα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας μας; Περιμενουμε τον μεγάλο πειρασμό στη ζωή μας για να δραστηριοποιηθούμε και να καταφύγουμε στην εσωτερική μας αλήθεια και τότε να εξομολογηθούμε ; Σορός οι δικαιολογίες και οι προφάσεις… : «Οι κακοί πνευματικοί» «το βαρύ μας προγραμμα» «Ντρεπόμαστε»…

Αλήθεια όταν κάνουμε τις αμαρτίες που ήταν οι ντροπές;

Ας παρακαλέσουμε τον Τριαδικό Θεό μας να μας αφυπνίσει με την Χάρη Του και την Αγάπη Του. Δεν ξέρουμε πότε θα μας καλέσει κοντά Του. Ας αφήσουμε τους εγωισμούς και ας δοθούμε ψυχή και σώματι στην Αγάπη Του! Ο Άγιος Παΐσιος που είχε πει πως αν δεν αποκτήσουμε ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΙΛΟΤΙΜΟ δεν θα προχωρήσουμε πνευματικά και δεν θα δούμε πρόοδο, ας μας σκεπάζει με τις πρεσβείες Του!

Ο Θεός μαζί μας !

Κείμενα : π. Χριστοφόρος

Επιμέλεια κειμένων: ‪κ. Παναγιώτα Καραβία -Αντύπα

 

 

*Θεία Μετάληψη είναι μια αρκετά εκτεταμένη προσευχή που διαβάζει ο κάθε πιστός πριν κοινωνήσει. Μας προετοιμάζει. Οι βασικές ακολουθίες για τον πιστό υπάρχουν στις “συνόψεις “, “συνέκδημους” και στα “προσευχητάρια” που όλοι έχουμε στο σπίτι μας.

 

ΠΡΙΝ 10 ΧΡΟΝΙΑ ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΕΝ ΚΥΡΙΩ Ο π.ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΠΑΖΟΣ

         Ανεπαύθη εν Κυρίω πριν δέκα χρόνια ο πολυσέβαστος πρωτοπρεσβύτερος π. Σταύρος Δ. Μπάζος εφημέριος του Μητροπολιτικού Ναού Τιμίου Προδρόμου Κρανιδίου, την 7ην Ιανουαρίου 2011.
         Ο μακαριστός π. Σταύρος , γεννήθηκε στο Κρανίδι το 1937, μέλος πολύτεκνης οικογένειας.   Πιστός και ευλαβής άνθρωπος εκ νεότητός του. Εργατικός και αγωνιστής της ζωής σε εποχές δύσκολες. Αγαπούσε την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και τη συναναστροφή του με ιερείς και πνευματικούς ανθρώπους. Εργάστηκε σκληρά ως αγρότης προ της χειροτονίας του. Όλοι μαρτυρούσαν  για την τιμιότητα του, την πνευματική του ωριμότητα , τη λιτή και αυστηρή ζωή του αλλά κυρίως για την αγνή και καθαρή του πίστη στο Χριστό. Ο Κύριος φύτευσε στην καρδιά του τον πόθο της ιερωσύνης  και ο μακαριστός Μητροπολίτης Ύδρας κυρός Ιερόθεος εκτιμώντας τα σπάνια ψυχικά του χαρίσματα, μετά το γάμο του με τη σύντροφο της ζωής του Ειρήνη, τον χειροτόνησε σε ώριμη ηλικία διάκονο και πρεσβύτερο το 1970. Διορίστηκε ως εφημέριος του Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής Αγκιστρίου, όπου υπηρέτησε για τρία χρόνια. Ολοκλήρωσε, όντας ήδη σε μεγάλη ηλικία, τις εγκύκλιες και ιερατικές σπουδές του, επωμιζόμενος  παράλληλα με το φόρτο των οικογενειακών και εφημεριακών υποχρεώσεών του και τις απαιτήσεις της μάθησης,  επιδεικνύοντας πολύ υπομονή και αγάπη για τη γνώση και την ιερατική κατάρτιση. Κατόπιν διορίστηκε εφημέριος  του Μητροπολιτικού Ναού Τιμίου Προδρόμου της γενέτειράς του και άσκησε με αυταπάρνηση και ζήλο Θεού τα ιερατικά του καθήκοντα μέχρι το 2006 οπότε, λόγω ασθενείας, συνταξιοδοτήθηκε. Το βάρος της ασθένειάς του το σήκωσε με πολύ πίστη και υπομονή, αντάξια της ιερατικής του πορείας. Ο Τίμιος Πρόδρομος, τον οποίο επάξια για πολλά χρόνια υπηρέτησε, ως ταπεινός και πιστός λευίτης, τον κάλεσε στη χαρά του Παραδείσου την ημέρα της Συνάξεώς Του, επιβεβαιώνοντας ότι Τον ευαρέστησε και αξίως Τον διηκόνησε.
          Ως διάκονος κοντά του για έξι μήνες έμαθα πολλά. Διδάχθηκα ιερατικό ήθος, υπομονή, αγάπη για τις ιερές ακολουθίες, πιστότητα στην εκκλησιαστική τάξη, σιωπή και προσευχή. Τον ευχαριστώ ταπεινά γι΄ αυτά. Το παράδειγμά του σημάδεψε ανεξίτηλα την έναρξη της ιερατικής μου διακονίας. Μας άφησε «οδόν εν η πορευσόμεθα». Άξιος κληρικός, αυστηρός  εξομολόγος με αγάπη και ενδιαφέρον για τα πνευματικά του τέκνα, καλός σύζυγος και στοργικός  πατέρας για τα πέντε παιδιά του, ένα εκ των οποίων αξιώθηκε να τον καμαρώσει ιερέα. Όλα του τα παιδιά και τα εγγόνια έχουν στενή σχέση με την ενοριακή ζωή και τον πνευματικό αγώνα αντλώντας έμπνευση από τον μακαριστό παπα-Σταύρο. Ήταν  σωστός «μοναχός» στην προσωπική του ζωή, απλούς,  ανεπιτήδευτος, ολιγόλογος, πολύ φιλακόλουθος*, λάτρης της άσκησης και της αγρυπνίας, **ρέκτης, άνθρωπος της προσευχής, άνθρωπος του Θεού που απέπνεε την ευωδία του Αγίου Πνεύματος.
         Σεβαστέ μας παπα-Σταύρο, μη μας ξεχνάς στις προσευχές σου μπροστά στο θρόνο του Θεού. Εμείς ταπεινά θα προσπαθούμε να κρατήσουμε αλησμόνητη τη μνήμη σου και ζωντανό  το παράδειγμά σου. Καλό Παράδεισο!

π. Χριστοφόρος 

*αυτός που αγαπά τις ιερές ακολουθίες , τις τελεί ανελλιπώς

**δραστήριος

Κήρυγμα εορτής Τιμίου Προδρόμου

«Τί σε καλέσωμεν, Προφῆτα ;  Ἄγγελον, Ἀπόστολον η Μάρτυρα;

Ἄγγελον, ὅτι ὡς ἀσώματος διξας , Ἀπόστολον, ὅτι ἐμαθήτευσας τὰ ἔθνη, Μάρτυρα δὲ ὅτι σο ἡ κεφαλὴ ὑπὲρ Χριστοῦ ἐτμήθη. Αὐτὸν ἱκέτευε, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς μῶν».

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, εὐλαβεῖς προσκυνητὲς καὶ ἐορταστὲς τῆς ἐτησίου πανηγύρεως τῆς ἐνορίας μας ἀλλὰ καὶ τῆς πόλεώς μας,  

Σημεῖο ἀναφορᾶς ἀποτελεῖ γιὰ τοὺς ἁπανταχοῦ Κρανιδιῶτες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τῶν γύρω περιοχῶν, ἡ σημερινὴ λαμπρὰ καὶ κατανυκτικὴ ἐόρτιος σύναξη. Σ αὐτὴ δεσπόζουν: ἡ θαυμαστὴ ἐφέστιος ἱερὰ Εἰκὼν τοῦ Πολιούχου μας, ἔργο τῶν ἱερατικῶν χειρῶν το περιφήμου ἁγιογράφου τοῦ 17ου αἰῶνος Ἐμμανουὴλ πρεσβυτέρου το Τζάνες καὶ ὁ περικαλς τοῦτος ναός του,  που κλῆρος καὶ λαός, προεξάρχοντος τοῦ ἐπισκόπου, ἑνώνονται προσευχητικς καὶ λατρευτικς μὲ τὸν μείζονα ἐν γενητος γυναικν, τὸν Τίμιον, Πρόδρομον καὶ Βαπτιστὴν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, Ἰωάννην, ἐπὶ τ μνήμῃ τῆς ποτομς τς ἱερᾶς αὐτοῦ Κεφαλῆς. Ας στρέψουμε, λοιπόν, τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν πρὸς τὸν Ἅγιό μας καὶ ς ὀσφρανθοῦμε «εὐωδίαν πνευματικὴν» ἀπὸ τὴν διδακτικὴ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας.

Τί σε καλέσωμεν, Προφῆτα; Πῶς νὰ σὲ ὀνομάσουμε,Προφῆτα, διερωτᾶται ὁ ὑμνογράφος Γερμανὸς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Ἄγγελον, Ἀπόστολον η  Μάρτυρα; Ποιάἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς ἰδιότητες ὑπερίσχυσε στὸν βίο σου, γιὰ νὰ ὁριοθετήσουμε τὴν προσωπικότητά σου καὶ νὰ σὲ κατατάξουμε στὴν ἀντίστοιχη ἁγιολογικ κατηγορία; Βεβαίως ἡ ἐρώτηση αὐτὴ δὲν δηλώνει τὴν ἀπορία ἀλλὰ τὴν ἔκπληξη καὶ τὸ ἱερὸ δέος τοῦ ἐπιχειροντος ἐπαρκῶς νὰ σκιαγραφήσει τὴν μεγαλειώδη μορφὴ τοῦ τιμωμένου. Καὶ ἀπάντσύντομα ἀλλὰ διεξοδικά.Ἐπαξίως Σέ ὀνομάζομεν Ἄγγελον, διότι ὡς ἄσαρκος ἔζησες, ἂν καὶ εἶχες σῶμα θνητό. Ὄντως ἀσκητικὴ ἡ βιοτ τοῦ Βαπτιστοῦ. Σὲ πολλὲς ἁγιογραφίες μάλιστα, εἰκονίζεται μὲ ἀγγελικὰ φτερά.  Ζοῦσε στὴν ἔρημο το Ἰορδάνου. Ἡ τροφὴ του λιτή: ἄκρες ἀπὸ χόρτα καὶ μέλι ἄγριο. Τὸ ἔνδυμά του τρίχες καμήλας καὶ στὴ μέση του φοροῦσε ζώνη ἀπὸ δέρμα, γιὰ νὰ καταπονεῖται τὸ σῶμα, ὑποτασσόμενο στὸ μεγαλειῶδες πνεῦμα του. Μὲ προσευχὴ καὶ προσμονή, μακριὰ ἀπὸ τοὺς θορύβους τῆς ζωῆς, τηροῦσε πιστὰ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐγκαινίαζε πρῶτος αὐτόςἕναν νέο τύπο ἀσκήσεως, παρὰ τὶς συνήθειες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἔγινε πρτος σκητς κα πρόδρομος τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀγγέλοις ὁμότροπος καὶ ὁμοδίαιτος, καθαρὸς στὸ σῶμα καὶ ὀξὺς στὸ πνεῦμα, ὁ ὑψηπέτης ἀετὸς τῆς ἀρετῆς,  ἑτοίμαζε τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου καὶ καθιέρωνε μέσα στὴν ἔρημο, σὲ πνευματικὸ ἔδαφος, δύσβατο καὶ ἄνυδρο, τὴν ἀσκητικότητα καὶ τὴν ἐσωτερικότητα τῆς μετὰ Χριστὸν πνευματικῆς ἐμπειρίας.

     Ὅπως καὶ οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι, ἀπεστάλη στὴ γῆ ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ διακονήσει ἐνεργὰ τὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας. Γιὰ νὰ «παρακαλέσει» -δηλαδή νά προσκαλέσει- σὲμετάνοια καὶ πιστροφ κα νὰ οἰκοδομήσει πνευματικ καθικ τὸν ἀποίμαντο λαὸ τοῦ Θεο. Στὸ πρόσωπό τουἐκπληρώθηκεΠροφητεία τοῦ μεγαλοφωνοτάτου Ἠσαΐου:«Παρακαλεῖτε , παρακαλεῖτε τν λαόν μου λέγει Θεός. Οἱ ἱερεῖς λαλήσατε εἰς τὴν καρδίαν Ἱερουσαλήμ…Φωνὴ βοῶντος ἐν τἐρήμ , ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν». Μέσα ἀπὸ τὴν τραχύτητα καὶ αὐστηρότητα τῆς ἀσκήσεώς του στν ἔρημο, ἄνοιξε καὶ λείανε τὴν ὁδὸ ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στὸν Χριστό. Διόρθωνε τοὺς σκολιοὺς καὶ διεστραμμένους ἀνθρώπους μὲ τὸν πέλεκυ τοῦ κηρύγματός του. Δὲν πρχε χρόνος πολύς . Ὁ Κύριος ἦταν ἐγγὺς καὶ ἑτοίμαζε τὴν δημόσια δράση Του.

Γι΄αὐτὸ ὡς ὁ τελευταῖος καὶ συνάμα μεγαλύτερος Προφήτης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης , ἀνέπτυξε ἀποστολικὴ δράση.  Τὰ λόγια του ξεδιψοῦσαν ψυχικὰ τὸ πλῆθος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε. Μιλοῦσε στὶς καρδιές τους καὶ ξερίζωνε τοὺς σαπροὺς καρποὺς τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ὕδατα τοῦ Ἰορδάνου ξέπλεναν τὶς ξαγορευμένες ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπὸ τὸ θερμὸ καὶ ζηλωτικὸ κάλεσμά του: Μετανοεῖτε, ἔφτασε ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου μας, ταυτίζονται οἱ δύο ἰδιότητες: τοῦ Προφήτου καὶ τοῦ Ἀποστόλου, γιὰ νὰ ὑπερισχύσει αὐτὴ τοῦ ποστόλου, διότι ὄντως ἀνέλαβε ἔργο ἀποστολικό, ἔργο εὐαγγελιστο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὁ Μωσαϊκός Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες,καθοδήγησαν τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Προδρόμου. Ἀπὸ τότε ὅμως καὶ στὸ ἑξῆς «ἡ Βασίλεια τοῦ Θεοῦ» εἶναι πλέον ἱστορικὴ πραγματικότητα ποὺ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση του, ὁ Ἰωάννης, τὴν μετέδιδε ὡς ζωντανὴ ἐμπειρία. Δὲν προφήτευε ἁπλῶς τὴν ἔλευση τοῦ ἀναμενόμενου Μεσσία, ἀλλὰ εἶχε πλήρη συνείδηση καὶ γνώση  ὅτι Αὐτὸς ἦρθε ἤδη στὸν κόσμο καὶ εἶναι ὁ Χριστός.  Τὸν συνάντησε καὶ Τὸν ὁμολόγησε. Ἀξιώθηκε νΤὸν βαπτίσει, κάνοντας ὑπακοὴ σ Ἐκεῖνον καὶ Τὸν ὑπέδειξε στοὺς ἀνθρώπους: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου».  Ὁ Ἰωάννης εἶχε βαθειά συνείδηση τῆς ἀποστολῆς του. Γνώριζε ὅτι «Οὐκ στιν ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν». Δὲν ὑπάρχει ἀπόστολος ἀνώτερος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὸν ἀποστέλλει. Γι΄αὐτὸ, ἂν καὶ εἶχε ἀποκτήσει κῦρος ὡς ραββ(δηλαδ νομοδιδάσκαλος) ἂν καὶ εἶχε πολλοὺς μαθητὲς ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν, ποτ δὲν ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς ἀποστολῆς του. Εἶπε μάλιστα σὲ κάποιον μαθητὴ του ὅταν ἐκεῖνος τὸν πληροφόρησε πὼς ὅλοι πιὰ ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦ: «Δὲν εἶμαιἐγ Μεσσίας ὅπως μὲ ἀκούσατε νὰ σᾶς λέω. Εἶμαι ὁ φίλος τοῦ Νυμφίου. Στέκομαι κοντά Του καὶ εἶμαι γεμάτος χαρὰ ἀκούγοντας τὴ φωνή Του. Ἐκείνου τὸ ἔργο πρέπει νὰ μεγαλώνει καὶ τὸ δικό μου νὰ μικραίνει». Καὶ ὁ Κύριος ποὺ δίνει πλούσια τὴ χάρη Τουστοὺς ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ, ἀξίωσε τὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστή Του νὰ γευθεῖ τὸ Φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔγινε Πνευματοφόρος.  Ὑπητέτησε σιωπηλὰ τὸν Ἰησοῦ, Τν Ἕνα τῆς Τριάδος, κατ τὴν ἱστορικὴ στιγμὴ τῆς Θεοφανείας στὸν Ἰορδάνη καὶ ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἄνωθεν νὰ βεβαιώνειτὴν ἐπὶ γῆς παρουσία το Υἱο Του.

Φορέας τόσο ὑψηλῶν καὶ μοναδικῶν ἐμπειριῶν ὁ Πρόδρομος, ἐκλήθη νὰ μαρτυρήσει περὶ αὐτοῦ το Φωτὸς ποὺ γνώριζε καὶ βίωνε. Σ’ αὐτὸν βρῆκαν τέλεια ἐφαρμογὴ οἱ μετέπειτα προτροπὲς τοῦ ποστόλου Παύλου πρὸς τὸν μαθητήτου Τιμόθεο :«Σεαυτν ἁγνὸν τήρει, νφε ἐν πσι, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστο, λεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον». Πράγματι, τηρώντας ἁγνὸ τὸν ἑαυτό του καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν λήθεια καὶ τὴ θεία Δικαιοσύνη, ἦταν σὲ θέση, ἀφοῦ πρῶταπροσκαλέσει τὸν λαὸ σὲ μετάνοια, νὰ ἐλέγχει καὶ νὰ ἐπιτιμδημόσια τὶς  ἐξόφθαλμες ἁμαρτίες, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὲς τὶς διέπραττε ὁ Βασιλιὰς Ἡρώδης. Ὁ μοιχὸς τυγχάνει τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ ἂν μετανοήσει. μοιχεία, ὅμως, ἔπρεπε νὰ στηλιτευτε καὶ νὰ σταματήσει. Δυσφορία ἐπεκράτησε στὰ ἀνάκτορα τοῦ Ἡρώδη. Ἡ Ἡρωδιάδα πίεσε τὸν παράνομο σύντροφό της νὰ φυλακίσει τὸν Βαπτιστὴ νομίζοντας ὅτιτσι θὰ φυλακίσει καὶ τὴ συνείδησή της ποὺ τὴν ἤλεγχε. Καὶ στὴ μοιχεία προσετέθη ἡ προφητοκτονία μέσα στὸ παραλήρημα τῆς διαφθορᾶς τοῦ θορυβώδους συμποσίου τῶν γενεθλίων τοφρονος Ἡρώδου. Ἡ κεφαλὴ τοῦ Βαπτιστοῦ ἐπὶ πίνακι δὲν σιώπησε. Κανεὶς δὲν μπόρεσε ποτ νὰ φιμώσει τὴν ἀλήθεια.  Μάρτυρας  τῆς ἀληθείας ὁ Τίμιος Πρόδρομος, δυνατὸς ἐν ργῳ καὶ λόγ, στέκει ἀγέρωχος μέσα στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων καὶ διδάσκει τὶς γενεὲς τῶν ἀνθρώπων ὅτι, γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸνΧριστὸ, προηγεῖται ἡ ὁδὸς τῆς ἄσκησης καὶ τῆς αὐταπάρνησης. Ὁ Χριστὸς μᾶς χαρίζει τὰ πάντα κα μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του. Περιμένει, ὅμως, τὴν θέληση κα τὴν συγκατάθεσή μας. Μὲ τὴν ἐνσυνείδητη ἄσκηση καὶ τὴν ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφές, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀπαρνούμαστε τὸν κακὸ ἑαυτό μας. Ἐρημώνει ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὰ πάθη της. Κινεῖται ἀνάλαφρη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀπόκτ τὴ θεία Χάρη. Ἡ καρδιακὴ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία ἀποδίδουν τοὺς γλυκεῖς καρποὺς τῆς ταπείνωσης, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς στοὺς πειρασμούς. Στὴν παροῦσα ἑορτή, ἀδελφοί μου, τιμοῦμε τὸν Ἅγιο μὲ αὐστηρ νηστεία,ἀκολουθώντας τὸ ὑψηλὸ παράδειγμά Του, ἐνθυμούμενοι τὴν ὑπὲρ τῆς ἀληθείας τελευτή Του. ντὶ τοῦ θέσμου καὶ νοσίουσυμποσίου τοῦ Ἡρώδου, μεῖς παραθέτουμε τὴν πνευματικατ ὑμνολογικ καὶ λατρευτικ πανδαισία, σν λάχιστο δεῖγμα τς πίστεως καὶ τς εὐλαβείας μας καὶ καλοῦμε τὸν Ἅγιο νὰ μᾶς χειραγωγήσει, νὰ μᾶς ὁδηγήσει πρὸς τὸν Χριστὸ. Νὰ γίνει Αὐτός, ὁ λύχνος ποὺ θὰ φωτίσει τὰ σκότη τῆς ψυχῆς μας γιὰ νὰ ὑποδεχθε τὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ αὐστηρή, ἀσκητικὴ ἀλλά καὶ γαλήνια μορφή Του, ποὺ ἐκπέμπει ὅλο τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγγελικῆς καὶ ἀποστολικῆς μαρτυρίας Του, θὰ εἶναι πάντα ἔλεγχος καὶ κρίση γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ καταδυναστεύει τὸν κόσμο. Μᾶς βεβαιώνει, ὅτι θὰ  μεσιτεύει πάντοτε ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ κόσμου,  βαπτίζοντας μὲ τὸ διαυγὲς ὕδωρ τῆς χάριτός Του, τὸν φιλόχριστο λαὸ ποὺ Τόν τιμ.

«Ἄγγελον , πόστολον καὶ Μάρτυρα» ἐπαξίως Σέκαλομεν, Προφῆτα Ἰωάννη καὶ πρόδρομε τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας μας. Ὁ ὑπὸ Κυρίου μαρτυρηθες καὶ δι΄Αὐτοῦ μαρτυρήσας ἐκτμηθες τὴν Κεφαλήν, παρον τὴν χεῖρά Σου τὴν ψαμένην τὴν ἀκήρατον Κορυφὴν τοῦ Δεσπότου καὶ εὐλόγησον τὸν κλῆρον, τος ἄρχοντες καὶ τὸν λαὸν τῆς πόλεως ταύτης, ἡ ὁποία Σὲ γνωρίζει Πατέρα καὶ Προστάτη της καθὼς καὶ ὅλους τος προστρέχοντας μὲ πίστη στὴν Χάρη Σου. Καὶ ἀξίωσέ μας, διὰ τῶν τιμίων εὐχῶν τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας, νὰ συμμετάσχουμε καὶ ἐμεῖς στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου Σου, ἐπιλέγοντας κα ἀκολουθώντας τὴν εὐθεῖα ὁδὸ «τὴν ἀπάγουσαν εἰς τὴν Ζωήν» . ΑΜΗΝ.