
Category Archives: ΚΕΙΜΕΝΑ
Μεταμόρφωση
Μετά- μόρφωσις
Πῶς ἀλλάζει ἡ ζωή ; Πῶς ἀποκτᾷ ἐνδιαφέρον ; Μὲ μικρὲς κινήσεις ποὺ εἶναι καὶ κίνητρα μαζί . «Αὐτοκίνητρα» γιὰ νὰ φτιάξουμε μιὰ νέα λέξη ἡ ὁποία ἐκφράζει ὅτι μόνοι μας προσφέρουμε κίνητρο στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή μας. Κυρίως ὄχι οἱ τόσο «τῆς Ἐκκλησίας» , προτείνω νὰ κάνουμε/ κάνετε τέσσερις κινήσεις τώρα τὴ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου :
1. Κάθε μέρα 15 λεπτὰ ἀνάγνωση τῆς Καινῆς Διαθήκης μὲ τὴ σειρὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή , ἀρχαῖο κείμενο καὶ μετάφραση.
2 . Νηστεία Τετάρτη καὶ Παρασκευή.
3. Ἐξομολόγηση καὶ θεία Κοινωνία μιὰ καὶ δυὸ φορὲς μέσα στὸ δεκαπενθήμερο , ἀνάλογα μὲ τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν πνευματικό μας .
4. Πρὶν τὸν ὕπνο ἀντὶ κινητοῦ ἀνάγνωση ἑνὸς χρήσιμου βιβλίου , πλήρους σὲ πνευματικὲς καὶ ψυχικὲς πρωτεΐνες.
Ἂς τὸ τολμήσουμε γιὰ μιὰ προσωπικὴ Μεταμόρφωση . Τίποτα δὲν θὰ εἶναι ἴδιο μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν τετράδα αὐτοκινήτρων !
Μὲ ἀγάπη ,
π. Χρ.
Εσύ δεν μπορείς να χαρίσεις ένα χαμόγελο και περιμένεις από τον Θεό να σου χαρίσει τον Παράδεισο;
Του αιδεσιμολ. π. Γεωργίου Σ. Κανακάρη
Η προσδοκία της σωτηρίας, όταν αποσυνδέεται από τη μεταμόρφωση του τρόπου υπάρξεως του ανθρώπου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μια υπαρξιακή αυταπάτη. Δεν πρόκειται απλώς για την επιθυμία να σωθεί κανείς, αλλά για την αξίωση να εισέλθει σε μια πραγματικότητα σχέσης χωρίς ποτέ να έχει αποδεχθεί την οδύνη που συνεπάγεται κάθε αυθεντική συνάντηση η οποία απειλεί να γκρεμίσει την αμυντική οργάνωση του εαυτού και να αποκαλύψει τα τραύματα μας.
Η ψυχοδυναμική θεωρία περιγράφει αυτή την κατάσταση ως αδυναμία εξόδου από έναν εαυτό που έχει οργανωθεί αμυντικά γύρω από την αυτοαναφορικότητα του. Η πατερική θεολογία από την άλλη μπορεί να την περιγράφει διαφορετικά, αλλά αγγίζει το ίδιο υπαρξιακό γεγονός, την αιχμαλωσία του ανθρώπου στη φιλαυτία. Όχι την απλή αυτοαγάπη, αλλά εκείνη τη βαθιά στρέβλωση της υπάρξεως όπου το εγώ παύει να αποτελεί τόπο συνάντησης και μετατρέπεται σε τόπο εγκλεισμού. Με τη ψυχολογία να μιλά για άμυνες και τη θεολογία να μιλά για πάθη, έχοντας κοινό αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις την αδυναμία της κοινωνίας.
Γι’ αυτό, όταν αναρωτιόμαστε πώς είναι δυνατόν κάποιος να προσδοκά τον Παράδεισο ενώ αδυνατεί να χαρίσει ακόμη και ένα χαμόγελο, το ερώτημα δεν αφορά την ηθική του επάρκεια, αλλά αφορά τον ίδιο τον τρόπο της υπάρξεως του. Διότι το χαμόγελο, στην αυθεντική του μορφή, δεν είναι μια έκφραση ευγένειας ούτε ένας κοινωνικός κώδικας συμπεριφοράς. Είναι η πρώτη, σχεδόν ανεπαίσθητη, κίνηση με την οποία το πρόσωπο εξέρχεται από την απομόνωση του εαυτού και αναγνωρίζει ότι απέναντί του υπάρχει μια άλλη ύπαρξη, μοναδική και ανεπανάληπτη.
Κάθε αληθινό χαμόγελο αποτελεί μια μικρή άρνηση της φιλαυτίας, καθώς είναι η στιγμή κατά την οποία παύω, έστω και για μια αναλαμπή, να υπάρχω αποκλειστικά για τον εαυτό μου. Δεν χαρίζω απλώς μια έκφραση, αλλά παραχωρώ χώρο μέσα στην ύπαρξη μου για να υπάρξει ο άλλος. Αυτή η παραχώρηση δεν είναι μια συναισθηματική χειρονομία, αλλά μια οντολογική κένωση, μια ελάχιστη μετοχή στον τρόπο με τον οποίο αγαπά ο ίδιος ο Θεός.
Η βαθύτερη τραγωδία της ανθρώπινης υπάρξεως δεν είναι ότι αμαρτάνει, αλλά ότι δυσκολεύεται να εξέλθει από τον εαυτό του. Φοβάται μήπως η αγάπη τον απογυμνώσει από τις άμυνες του, μήπως η προσφορά τον αποδυναμώσει, μήπως η συγχώρηση τον εκθέσει. Έτσι, συγκροτεί την ταυτότητα του όχι γύρω από την κοινωνία, αλλά γύρω από την αυτοσυντήρηση. Δεν παύει απλώς να αγαπά, αλλά παύει να υπάρχει ως πρόσωπο και αρχίζει να υπάρχει ως κλειστό σύστημα αυτοπροστασίας.
Κάθε τέτοια άμυνα, όμως, έχει ένα υπαρξιακό τίμημα. Όσο περισσότερο προστατεύει κανείς το εγώ του, τόσο λιγότερο μπορεί να αγαπήσει, και όσο λιγότερο αγαπά, τόσο λιγότερο μπορεί να κατανοήσει τι πραγματικά είναι ο Παράδεισος.
Διότι ο Παράδεισος δεν είναι μια εξωτερική ανταμοιβή που προστίθεται στην ανθρώπινη ύπαρξη, ούτε μια κατάσταση ευτυχίας που απολαμβάνει ένα απομονωμένο εγώ. Είναι ο τρόπος υπάρξεως της αδιάκοπης κοινωνίας με τον Θεό και με κάθε πρόσωπο. Είναι η πληρότητα της σχέσης και η οριστική κατάργηση κάθε υπαρξιακής απομόνωσης.
Γι’ αυτό και η Βασιλεία του Θεού δεν αρχίζει μετά τον θάνατο, αλλά αρχίζει τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να υπάρχει ως αυτοαναφορική ύπαρξη και αρχίζει να υπάρχει ως πρόσωπο. Η αιωνιότητα δεν εγκαινιάζεται όταν αλλάζει ο τόπος της ζωής μας, αλλά εγκαινιάζεται όταν αλλάζει ο τρόπος της υπάρξεως μας.
Αν, λοιπόν, η καρδιά αδυνατεί να ανοίξει ακόμη και στη μικρότερη μορφή κοινωνίας, όπως σε ένα βλέμμα, σε έναν λόγο, σε ένα χαμόγελο, τότε δεν της λείπει απλώς μια αρετή, αλλά της λείπει η εσωτερική ελευθερία που καθιστά δυνατή την κοινωνία, διότι δεν έχει ακόμη μάθει να υπάρχει πέρα από τον εαυτό της.
Η απαίτηση, λοιπόν, για Παράδεισο από μια καρδιά που αρνείται ακόμη και το χαμόγελο αποκαλύπτει τη βαθύτερη αντίφαση του ανθρώπου, καθώς επιθυμούμε τη σωτηρία χωρίς τη μεταμόρφωση. Θέλουμε την κοινωνία με τον Θεό χωρίς να μαθητεύσουμε στην κοινωνία με τον άνθρωπο, και προσδοκούμε να κατοικήσουμε αιώνια μέσα στην Αγάπη ενώ εξακολουθούμε να υπάρχουμε μέσα στους μηχανισμούς του φόβου.
Αυτός ο εγκλωβισμός στην αυτοπροστασία δημιουργεί μια τραγική ασυμμετρία ανάμεσα στη δική μας στάση και στον τρόπο που προσφέρεται η Θεία Χάρις, φανερώνοντας το πόσο μακριά βρισκόμαστε από την πραγματική ελευθερία.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της ανθρώπινης ελευθερίας και αυτό γιατί ο Θεός δεν παύει ποτέ να εξέρχεται από τον Εαυτό Του για να συναντήσει τον άνθρωπο, ενώ ο άνθρωπος δυσκολεύεται να εξέλθει ακόμη και για να συναντήσει το βλέμμα του αδελφού του.
Είναι φανερό λοιπόν ότι αδυνατούμε να καταλάβουμε πως ανάμεσα σε ένα αυθεντικό χαμόγελο και στον Παράδεισο υπάρχει μικρότερη απόσταση απ’ όση φανταζόμαστε, γιατί και τα δύο γεννιούνται από την ίδια κίνηση, δηλαδή την κένωση του εγώ και τη γέννηση του προσώπου μέσα στην κοινωνία της αγάπης.
«Εγώ πάντα» – «εγώ ακόμη»
«Εγώ πάντα» – «εγώ ακόμη»
Συνήθως, όσοι γεννηθήκαμε μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και έχουμε διανύσει αρκετές δεκαετίες εκκλησιαστικού βίου, τείνουμε να απορρίπτουμε την εξομολόγηση ή, αρκετά συχνά, να διατηρούμε μια στενή αλλά τυπική και επιφανειακή σχέση με το ιερό αυτό μυστήριο. Παράλληλα, χωρίς να έχουμε κάνει ποτέ μια συνεπή ψυχοθεραπεία —είτε θεωρώντας την ακόμη ταμπού που θα μας στιγματίσει, είτε απλώς αχρείαστη— διαμορφώνουμε και εκφράζουμε μια στενόμυαλη λογική. Αυτή συμπυκνώνεται στη φράση «εγώ πάντα…», καθώς συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους συνανθρώπους μας και επικεντρωνόμαστε στην κρίση και την κατάκριση της συμπεριφοράς των άλλων τακτικών «ανθρώπων της Εκκλησίας».Σκεφτόμαστε και λέμε: «Εγώ πάντα πηγαίνω στις ιερές ακολουθίες, πάντα κοινωνώ τις μεγάλες εορτές, πάντα σεβόμουν τους γονείς, τους δασκάλους και τους ιερείς, πάντα υπήρξα πιστός/η στον/η σύζυγό μου, πάντα βοηθούσα τους άλλους». Βλέπουμε τον εαυτό μας ως κάποιον που τα έχει κάνει όλα σωστά. Αν και βαθιά μέσα μας ξέρουμε πως δεν είμαστε τέλειοι και έχουμε κάνει πολλά λάθη, αυτό που προβάλλουμε προς τα έξω είναι μια αλάνθαστη εικόνα. Ισχυριζόμαστε ότι η δική μας γενιά ήταν πιο φιλότιμη, καλύτερη και πιο υπομονετική σε σύγκριση με τη νέα γενιά.Δεν έχει σημασία αν έχουμε δίκιο ή αν έτσι έχουν τα πράγματα· ποτέ δεν θα το μάθουμε με βεβαιότητα. Είναι όλα σχετικά σε αυτόν τον βίο. Το συμπέρασμα εξαρτάται πάντα από το πώς βλέπεις και εξετάζεις τα πράγματα σε σχέση με το περιβάλλον και τις εκάστοτε συγκυρίες.Ίσως θα μας βοηθούσε, θα μας εξέλισσε και θα μας χάριζε εσωτερική πληρότητα, αν αλλάζαμε πορεία σκέψης και αφυπνιζόμασταν —ποτέ δεν είναι αργά. Συγκρινόμενοι με τους αγίους και τους σοφούς ανθρώπους που γνωρίσαμε, που διαβάσαμε γι’ αυτούς ή σχετιστήκαμε μαζί τους μέσω της προσευχής και των πανηγύρεών τους, οφείλουμε να πούμε στον εαυτό μας με πραγματική ταπείνωση: «Εγώ ακόμη…».Εγώ ακόμη δεν έβαλα αρχή μετάνοιας.Εγώ ακόμη δεν αγάπησα τον Θεό με όλη μου την καρδιά.Εγώ ακόμη δεν αισθάνομαι διαρκή χαρά και πληρότητα μέσα μου, ώστε να θέλω να τη μοιραστώ με τους άλλους αντί να την κρατώ για τον εαυτό μου.Από το «εγώ πάντα» μέχρι το «εγώ ακόμη» η απόσταση είναι μια απόφαση. Η απόφαση ενός «εγώ». Χρειάζεται να επιλέξουμε να αγαπήσουμε κάτι, κάποιον και Κάποιον εκτός από το εγώ μας. Δεν λέω «εκτός από τον εαυτό μας», γιατί αποτελεί θεία εντολή να αγαπάμε τον εαυτό μας. Λέω εκτός από το εγώ μας· το κομμάτι εκείνο του εαυτού μας που εξέπεσε από το «εγώ ακόμη» στο «εγώ πάντα».Άραγε, θυμόμαστε ποιος είπε στο Ευαγγέλιο τη φράση «εγώ πάντα» στον πατέρα του; Άραγε, ποια είναι τα δικά μας πρότυπα;
π. Χριστοφόρος
Ανάσταση
Κάποτε μετρούσαμε τον χρόνο με τις εποχές, μετά με τα ρολόγια, τώρα με το δευτερόλεπτο που χρειάζεται μια οθόνη για να «φορτώσει». Είκοσι χρόνια κάτω από το βάρος του πετραχηλιού, έχω δει τις εξομολογήσεις να αλλάζουν ρυθμό — ή μάλλον, να σβήνουν. Δεν έρχονται πια άνθρωποι λυγισμένοι από το βάρος ενός μεγάλου λάθους, αλλά άνθρωποι λαχανιασμένοι, αποξενωμένοι. Άνθρωποι που τρέχουν να προλάβουν κάτι που δεν ξέρουν καν αν το θέλουν, εγκλωβισμένοι σε μια αόρατη γραμμή παραγωγής. Σαν η αιωνιότητα να έγινε ένα στενό, πιεστικό χρονοδιάγραμμα.
Το βλέπω κάθε Κυριακή στα άδεια στασίδια, στη θλιβερή απουσία του κόσμου. Η πνευματική ζωή δεν συγκινεί πια• οι πνευματικές ομιλίες μένουν στα αζήτητα. Η σχέση με τον ναό έγινε στεγνά χρησιμοθηρική. Έρχονται να με βρουν όχι για να ανοίξουν την ψυχή τους, αλλά για να σφραγίσω ένα έγγραφο, να υπογράψω μια βεβαίωση, να διεκπεραιώσω βιαστικά ένα τρισάγιο. Ο παπάς αντιμετωπίζεται σαν ένας δημόσιος υπάλληλος, ένας μηχανισμός του κράτους ή της παράδοσης. Σαν άνθρωπος, δεν υπάρχει. Η διακονία μου μοιάζει στα μάτια τους ακαταλαβίστικη —και ίσως, με τον τρόπο που ζει ο σύγχρονος κόσμος, να έχουν και δίκιο να την ονομάζουν έτσι. Μεγαλώνουμε, δυστυχώς, μια γενιά που ξέρει την τιμή των πάντων, αλλά την αξία του τίποτα.
Αυτή η λογική της αγοράς εισχωρεί αθόρυβα και στο αίμα των σχέσεων. «Τι κέρδισα, τι έχασα, ποιος μου χρωστάει μια χάρη». Οι σχέσεις μοιάζουν με διπλογραφικά βιβλία. Εμφανιζόμαστε σε γάμους, κηδείες και κοινωνικές εκδηλώσεις σαν να χτυπάμε κάρτα εργασίας, με ένα αόρατο κοστολόγιο στο χέρι, για να καλοπιάσουμε, να υποχρεώσουμε, να εξαργυρώσουμε την παρουσία μας αργότερα.
Και ο Θεός; Αυτός κι αν μπήκε στο ζύγι. Η προσευχή στο παγκάρι μοιάζει με εμπορική συναλλαγή, ένα συμβόλαιο με έναν Θεό-πάροχο: «Σου άναψα μια λαμπάδα, δώσε μου την προαγωγή». «Σου έκανα μια παράκληση, γιατί δεν έγινε καλά ο άνθρωπός μου;». Ζητάμε έναν Θεό-αυτόματο πωλητή, έτοιμο να ικανοποιήσει το «εδώ και τώρα» μας. Η αναμονή μάς φαίνεται τιμωρία, η υπομονή μάς προκαλεί κατάθλιψη. Αυτή η ανικανότητα να σταθούμε στην αναμονή γεννά το σύγχρονο υπαρξιακό κενό• την άρνησή μας να αφήσουμε τον καρπό να ωριμάσει. Αν κάτι δεν αποδώσει μέσα σε πέντε λεπτά, το πετάμε ως άχρηστο.
Χθες το βράδυ, καθώς ησύχαζε ο ναός μετά τον εσπερινό και οι σκιές μεγάλωναν στους τοίχους, κάθισα για λίγο στα στασίδια. Στην απόλυτη σιωπή της άδειας εκκλησίας, σκέφτηκα πόση ομορφιά χάνουμε επειδή ξεμάθαμε να περιμένουμε. Το σιτάρι θέλει μήνες στο χώμα για να γίνει ψωμί, το σταφύλι θέλει τον χρόνο του στο βαρέλι. Η αποδέσμευση από την τυραννία του χρήσιμου μοιάζει σχεδόν αδύνατη, κι όμως είναι η μόνη οδός διασφάλισης της ψυχικής μας ακεραιότητας. Χρειαζόμαστε μια εσωτερική αντίσταση, μια στροφή προς το ανιδιοτελές.
Δεν έχω έτοιμες απαντήσεις, ούτε κρίνω τον κόσμο από κάποιο ασφαλές βάθρο. Μέσα στο ίδιο τρένο είμαι κι εγώ, στο ίδιο σκοτάδι ψηλαφώ, με τα ίδια άγχη παλεύω. Όμως, κάθε φορά που βλέπω έναν άνθρωπο να κοντοστέκεται, να αφήνει το τηλέφωνο στην άκρη και απλώς να επιτρέπει στον εαυτό του μια ασήμαντη, «άχρηστη» παύση μέσα στη μέρα, νιώθω ότι εκεί, σε εκείνη τη σιωπηλή αναμονή, κρύβεται η μόνη αληθινή ζωή που μας απομένει. Εκεί κρύβεται η μόνη αληθινή μας ανάσταση.
π.Χριστοφόρος
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Χριστούγεννα !
Ευκαιρία να αφήσουμε την πίστη μας, σαν ένα βρέφος από το γενετικό υλικό όσων είμαστε και φέρουμε, να ξαναγεννηθεί.
Να αρχίσει μια νέα πορεία μέσα στα πλαίσια της προσωπικής μας ιστορίας.
Να πάρει όνομα, να αναβαπτιστεί, να τα μάθει όλα από την αρχή μη θεωρώντας τίποτε δεδομένο.
Να ρωτήσει και να ξαναρωτήσει για όσα ονομάζουμε αυτονόητα, να ενηλικιωθεί, να μάθει να θυσιάζεται για κάτι που έχει πραγματική αξία για να αναστηθεί και να ξεπεράσει το χρόνο, εκπληρώνοντας έτσι τον σκοπό της ύπαρξής της.
Είναι ανάγκη να γίνεται κάθε χρόνο αυτή η επανεκκίνηση της πνευματικής μας διαδρομής. Γι’ αυτό πάλι Χριστούγεννα, ανελλιπώς, κάθε χρόνο.
Προσμένοντας και ελπίζοντας σε κάτι ανώτερο κάθε φορά.
Αυτό είναι το δώρο που ίσως ακόμη δεν παραλάβαμε μέσα στα τόσα άλλα που ανταλλάσσουμε μεταξύ μας και επιθυμούμε να αποκτήσουμε.
Δεύτε ίδωμεν πιστοί…
(π. Χρ. 29-12-2025)
Εορτές
Καλὴ ἡμέρα !
Χρόνια πολλὰ καὶ εὐλογημένα !
Δύναμη καὶ πνευματικὴ βοήθεια σὲ ὅλους μας ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου !
Τῆς Ἀναλήψεως
Τῆς Πεντηκοστῆς
Τῆς Μεσοπεντηκοστῆς
Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Μεγάλες ἑορτὲς ποὺ δὲν εἶναι τόσο λαοφιλεῖς ἀφοῦ δὲν γιορτάζουν ὀνόματα .
Ἂν δὲν πανηγυρίζει κάποιος ναὸς τὶς ἡμέρες αὐτές , δὲν ὑπάρχει διάθεση ἐκκλησιασμοῦ , μετοχῆς στὴν θ. Κοινωνία καὶ προσφορὰ ἀρτοκλασίας ἢ προσφόρου στὸν ναό . Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ μοιράζεται στὸν ναὸ γιὰ νὰ πᾶμε νὰ τὸ πάρουμε .Γιὰ Παράδειγμα τῶν Βαιων πᾶμε νὰ πάρουμε βαγια , τοῦ Σταύρου πᾶμε νὰ πάρουμε βασιλικό , τῶν Θεοφανιων πᾶμε νὰ πάρουμε Ἁγιασμὸ κλπ.
Μήπως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν θεολογική , σωτηριολογικη καὶ βαθύτερη ἔννοια τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν Ἑορτῶν διαβάζοντας σχετικὰ κείμενα , κυρίως τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἀνακαλύπτοντας τοὺς ἀνεκτίμητους θησαυρούς τους ;
Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς εὐλογεῖ!
Προσευχή στον Ιησού
Μιὰ προσευχὴ στὸ Χριστὸ ἀπὸ τὴν τρίτη ὥρα (μιὰ ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία ποὺ γίνεται κυρίως στὶς ἱερὲς μονὲς στὶς 9 τὸ πρωί.
Ταχεῖαν καί σταθηράν δίδου παραμυθίαν τοῖς δούλοις σου, Ἰησοῦ, ἐν τῷ ἀκηδιάσαι τά πνεύματα ἡμῶν, μή χωρίζου τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἐν θλίψεσι, μή μακρύνου τῶν φρενῶν ἡμῶν ἐν περιστάσεσιν, ἀλλά ἀεί ἡμᾶς πρόφθασον. Ἔγγισον ἡμῖν, ἔγγισον ὁ πανταχοῦ, ὥς περ καί τοῖς Ἀποστόλοις σου πάντοτε συνῇς, οὕτω καί τοῖς σέ ποθοῦσιν ἕνωσον σαυτόν οἰκτίρμον, ἵνα συνημμένοι σοι ὑμνῶμεν, καί δοξολογῶμεν τό πανάγιόν σου Πνεῦμα.
μετάφραση:
Ἄμεση καὶ σταθερὴ παρηγοριὰ δῶσε σὲ μᾶς τοὺς δούλους σου ,Ἰησοῦ, ποὺ ἡ σκέψη μας κουρασμένη δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ἀναζητήσει. Μὴν ἀποχωριστεῖς ἀπὸ τὶς ψυχές μας ὅταν βιώνουμε θλίψεις, μὴν ἀπομακρυνθεὶς ἀπὸ τὸ μυαλό μας ὅταν εἴμαστε ἐμπεριστστοι ἀλλὰ πάντα νὰ εἶσαι κοντά μας. Πλησίασε καὶ ἐμᾶς , πλησίασε μᾶς ἐσὺ ποὺ εἶσαι παντοῦ παρών. Ὅπως πάντα ἤσουν μαζὶ μὲ τοὺς Ἄποστολους Σου ἔτσι ἕνωσε μὲ σένα ὅσους σὲ ποθοῦν , Εὔσπλαχνε, γιὰ νὰ μποροῦμε ἔτσι ἑνωμένοι μαζί Σου νὰ ὑμνοῦμε καὶ νὰ δοξολογοῦμε τὸ Πανάγιό Σου Πνεῦμα.
——
Ὁ χωρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι πάντοτε πιθανὸς σὲ κάθε δυστυχία καὶ θλίψη. Ὁ ὑμνωδὸς ἐκφράζει τὴν ἀγωνία του καὶ τὴ θερμὴ παράκληση στὸν Θεό, ποὺ εἶναι «πανταχοῦ παρών», νὰ πλησιάσει αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν ποθοῦν καὶ νὰ τοὺς παρηγορήσει. Νὰ γίνει γρήγορη καὶ σταθερὴ παρηγοριά, ἀλλὰ αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο μὲ τὴν ἑνότητα ποὺ ὁ Χριστός, ὅπως χάρισε στοὺς Ἀποστόλους, θὰ χαρίσει καὶ στοὺς ἑκάστοτε μαθητές του, ἔτσι ὥστε ἑνωμένοι καὶ ἀγαπημένοι νὰ ὑμνοῦμε καὶ νὰ δοξολογοῦμε τὸν Πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητας καὶ τῆς ἀδελφοσύνης.
Παρουσίαση βιβλίου π. Χριστοφόρου στις 8/12/2024

“Ἐγκληματικὰ λόγια” (Σκέψεις γιὰ τὴ συμπεριφορὰ μας στοὺς ἄλλους)
Ἐγκληματικὰ λόγια
Εἰπώθηκαν ἢ γράφτηκαν. Κάποιες φορὲς εἰσέβαλαν ἀπὸ πρὶν στὴ σκέψη, ὑπῆρξε προμελέτη· ἄλλες φορὲς γεννήθηκαν σὲ μιὰ στιγμὴ μόνο γιὰ νὰ σκοτώσουν καὶ να ξεχαστοῦν. Λόγια ποὺ εἰπώθηκαν ὡς αὐτοάμυνα ἢ ὡς διαμαρτηρία, ἀντανακλαστικὰ λόγια, εἰρωνικά, σαρκαστικά, λόγια φονικά· πάντα καὶ αὐτοκταστροφικά. Λόγια-παιδιὰ τοῦ ἄκρατου “ἐγὼ” ὄχι ἀκριβῶς μὲ τὴν φροϋδικὴ ἀνάλυση τοῦ ὄρου, ἀλλά ὡς καθαρὴ ψυχοπαθολογία. Μοιάζουν τέτοια λόγια, μὲ τὸ ἑκάστοτε ὄργανο ἑνὸς “κανονικοῦ” ἐγκλήματος, ἐννοῶ ἑνὸς φόνου. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὸ βασικὸ πειστήριο γιὰ μιὰ ἀστυνομικὴ ὑποθεση. Ὁ δολοφόνος τὸ κρύβει, τὸ ἐξαφανίζει, τὸ καταστρέφει, ἀπαλείφει ἴχνη καὶ ἀποτυπώματα. Μὲ τὰ λόγια, τὰ ὄργανα ἑνός ἄλλου εἴδους ἐγκλήματος, τοῦ ἐγκληματος κατὰ τῆς ὄντως ζωής, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ γραμμένα λόγια ποὺ μένουν καὶ δὲν εἶναι πάντα “στὸ χέρι” τοῦ χεριοῦ ποὺ τὰ ἔγραψε νὰ τὰ διαγράψει, συμβαίνει κάτι ἀντίστοιχο ἀλλὰ καὶ κάπως διαφορετικό. Μπορεῖ αὐτὸς ποὺ τὰ εἴπε νὰ τὰ ἀνασκευάσει, νὰ τὰ ἀναιρέσει, νὰ τὰ ἀποδυναμώσει. Μπορεῖ νὰ ζητήσει πιὸ εὔκολα ἕνα τυπικὸ καὶ βολικὸ “συγγνώμη” γιὰ ὅσα εἴπε.Ἡ αἴτηση γιὰ συγχώρηση κάποιες φορὲς γίνεται ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦ φόβου ἢ γιὰ ἀπώτερο συμφέρον· εἶναι προσχηματική. Ὑπάρχει, εὐχομαι συχνά, ἡ μὲ εἰλικρινῆ καὶ ἀνατρεπτικὴ μετάνοια αἴτηση συγχώρησης γιὰ τὰ λόγια ποὺ εἴπαμε, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν λείπει τὸ φιλότιμο. Συχνώτατα ὄμως -ἡ ἱστορία τὸ ἔχει ἀποδείξει- μὲ τὰ λόγια ποὺ λέμε ἢ ποὺ δὲν λέμε καὶ μὲ τὴ γλῶσσα τοῦ σώματος, ἀκόμη καὶ μὲ τὶς συσπάσεις τῶν μυῶν τοῦ προσώπου, ἐγκληματοῦμε εἰς βάρος τῶν ἄλλων, κατὰ συρροήν καὶ διαρκῶς. Ἐγκληματοῦμε χωρὶς νὰ ἀφήνουμε χειροπιαστὰ “πειστήρια” καὶ “ὄργανά” μὲ ταυτοποιημένα ἀποτυπώματα, χωρὶς νὰ ἐπιφέρουμε στοὺς πλησίον μας σωματικοὺς τραυματισμοὺς- τουλάχιστον ἄμεσα εὐδιάκριτους- καὶ χωρὶς ἄψυχα πτώματα. Ἐγκληματοῦμε μὲ τὰ λόγια μας, χωρὶς νομικὲς συνέπειες τὶς περισσότερες φορές, ἀλλὰ μὲ τραγικώτερες συνέπειες γιὰ ὅλους ἀπὸ τὸ ποινικὰ κολάσιμο ἔγκλημα. Ζωντανοὶ -νεκροί, στὴ σκιὰ τῆς ἀναλήθειας καὶ τῆς ἀνακρίβειας, προσκολλημένοι στὴν γνωστὴ σὲ ὅλους μας “ἀτμόσφαιρα” μιᾶς σχετικότητας ποὺ ὅλα τὰ ἀφομοιώνει, ἤ- γιὰ νὰ τὸ ποῦμε διαφορετικὰ-μιᾶς ἀπευκταίας ἀλλὰ πανταχοῦ παρούσας “δημιουργικης” ἀσάφειας, ἑκόντες- ἄκοντες, θύτες καὶ θύματα, ὅλοι συνένοχοι σὲ ἐγκλήματα ἀναίμακτα, νομίζουμε πὼς εἴμαστε ἐλεύθεροι καὶ χωρὶς “φάκελλο”· θεωρούμαστε ἔντιμοι καὶ εὐυπόληπτοι στὸν “κύκλο” μας. Αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ εἶναι μας, ποὺ κάνει πὼς δὲν καταλαβαίνει, βολεύεται ἄν καὶ ἀσφυκτιᾶ, στὴν ἀφιλόξενη εἰρκτὴ τῆς συνείδησης. Εἶναι ποὺ δὲν πῆρε εἴδηση ἀκόμη ὅτι Χριστὸς ὀ Λόγος, ἀνέστη.
π. Χριστοφόρος Καραβίας











